Β. ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕΣ
H ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΗΘΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ*[†]
Ι
Η ηθική είναι αυταξία. Κατά τρόπον ανάλογο,
όπως θα έλεγε ο Αντόρνο, και η πολιτική ή θα είναι ηθική ή δεν έχει νόημα. Η
κριτική του νεαρού Μαρξ1*
της πολιτικής ή του πολιτικού είναι οριστική, τελεσίδικη. Δεν επιδέχεται καμία
διόρθωση, συμπλήρωση, αλλαγή, και μάλιστα
όχι μόνο για την πολιτική της εποχής της αστικής κοινωνίας, αλλά και κατ’ επέκταση και της
λεγόμενης μέχρι πρόσφατα σοσιαλιστικής στις χώρες του πρώην ανύπαρκτου
σοσιαλισμού, όπως και της νεώτερης. Αλλά και ιστορικά εξετάζοντας το θέμα, αυτή
η θέση – διαπίστωση ισχύει. Από τον Όμηρο και τον Ησίοδο η κοινωνία παλεύει σισύφεια να ηθικοποιήσει την
πολιτική, αλλά απέτυχε οικτρά. Η κοινωνία σήμερα γνωρίζει άριστα τι είναι η
πολιτική. Μόνο μια ριζικά νέα πολιτική, με συνεχή έλεγχο από τα κάτω, από την
κοινωνία, δηλαδή αμεσοδημοκρατικά2*, ως αποτέλεσμα μιας νέας κοινωνικής οργάνωσης,
όπως προέτασσε το νεώτερο κοινωνικό
κίνημα στις ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες, στην πρώην Αν. Γερμανία, την
Ουγγαρία, την Πολωνία, στην Άνοιξη της Πράγας και το κίνημα της αυτοδιαχείρισης της Γιουγκοσλαβίας, με
θεσμοθετημένη την καθολική ανακλητότητα της εκπροσώπησης, το διαρκή κοινωνικό έλεγχο3* κ.τ.λ., ίσως δώσει ένα ουσιαστικό νόημα, μια ουσιαστική διάσταση στην
πολιτική. Κόμματα παραδοσιακά, διάτρητα από τα λόμπυ, τα καρτέλ κ.τ.λ., οργανώσεις-σφραγίδες, δεν έχουν κανένα νόημα,
ούτε και θα αποκτήσουν. Είναι πλέον
πρακτικά και ιστορικά απονομιμοποιημένα. Απλή διευρυμένη αναπαραγωγή του
συστήματος θα κάνουν, θα παράγουν και θα
αναπαράγουν στο διηνεκές το σύγχρονο τοξικό μοντέλο της εξάρτησης, της
υποταγής, της διαφθοράς, της διαπλοκής, της αλλοτρίωσης και της παγίωσης της
πιο απάνθρωπης κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας που έχει ποτέ εμφανιστεί: Μια
όλο και πιο μεγάλη μάζα εργαζομένων περιθωριοποιημένων, υποβαθμισμένων, σε
σχέση με τους ειδικευμένους και αυτοί χωρίς καμία αξία, με λειτουργία απλώς εκτελεστική όλο και πιο υποβαθμισμένων
καθηκόντων, και γενικότερα κατώτερου και γενικευμένου ανασφαλούς καθεστώτος και
απέναντι το όλο και πιο ολιγαρχικό και αυταρχικό κεφάλαιο – εξουσία.
Αλλά η απόκτηση έστω και κάποιας διάστασης
ηθικής από την πολιτική εξαρτάται σε
κάθε περίπτωση από την εγρήγορση της κοινωνίας των πολιτών, όπως έλεγε ο
Γκράμσι, από τη γενικότερη συνειδητοποίηση της κοινωνίας και ιδίως των
εξαρτώμενων τάξεων, πάλι όπως έλεγε ο Γκράμσι. Και συνειδητοποίηση χωρίς τη
δράση, την καθοριστική (déteminée) και αποφασιστική, δεν
έρχεται ποτέ. Το μεγάλο πρόβλημα όμως
είναι ότι στις παγκοσμιοποιημένες κοινωνίες δεν εμφανίζονται κινήματα
πρωτοπορίας, ούτε γενικότερα πρωτοπορίες κοινωνικές, πολιτικές, ιδεολογικές, πολιτισμικές, όπως
ήθελε ο Γκράμσι. Δε θα εμφανιστούν ποτέ;
Είναι ένα δύσκολο θέμα, καθώς η ίδια η δομή της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας
μετατρέπει τον άνθρωπο σε άμορφη μάζα. Όμως η ιστορία δεν έχει πει την
τελευταία λέξη… Και για αυτό δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να παραιτηθούμε από
το γενικότερο και επιτακτικό αίτημα για ηθικοποίηση της πολιτικής, μέχρι να
εμφανιστεί και επιβληθεί η εναλλακτική πολιτική για την κοινωνία, και βέβαια η
κοινωνία των συνειδητοποιημένων πλέον ανθρώπων.
Σήμερα η φράση «ανάγκη ηθικοποίησης της
πολιτικής» ακούγεται παράδοξη. Στην εποχή των ακμάζοντων κοινωνικών και
πολιτικο-ιδεολογικών κινημάτων ήταν αυτονόητη η ταύτιση της Ηθικής με την
πολιτική. Επί χούντας μάλιστα η αρχή
αυτή κατέκτησε τη νεώτερη γενιά, και έτσι έγινε ο κινητήριος μοχλός του
αυτόνομου – και εν πολλοίς αυθόρμητου - τότε ριζοσπαστικού κινήματος4*. Και η
κατάσταση αυτή ανιδιοτέλειας,
συνεισφοράς, αλληλεγγύης, κριτικής, άρνησης, αντίστασης κράτησε μέχρι την
αναρρίχηση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, και ιδίως του Σημίτη και της «αναπτυξιακής» σημιτοκρατίας. Μετά….
ΙΙ
Μίνιμαλ ηθική, μίνιμαλ πράξη – πρακτική, αλλά
καθορισμένη, αποφασιστική, σαφής, διάφανη.
Βασική θέση:
Είναι απόλυτα αναγκαία η ριζική αλλαγή της κοινωνίας, η επαναστατική
θέση και θεώρηση, η αρνητική – κριτική πράξη, χωρίς μεσιανισμούς, ιδεοληπτικές
τελεολογίες και απλοϊκούς
τελισμούς, χωρίς φανφάρες ή μεγαλόσχημες
ιδεοληπτικές – φετιχιστικές διακηρύξεις.
Υπ’αυτή την έννοια, εκλαμβάνεται η πράξη ως μέσο και ως διαδικασία για τη
συνειδητοποίηση και το ξεπέρασμα της διαρκούς κρίσης ή ακόμη και της
καταστροφής (χωρίς να καταστροφολογούμε) που ζει σήμερα η ανθρωπότητα, ιδίως
μετά την υποχώρηση του ιστορικού και του νεώτερου κινήματος. Χωρίς το κίνημα ως
διαρκές αντίπαλο δέος, όχι μόνο δεν ελέγχεται το σύστημα, δεν περιορίζεται η
αυθαιρεσία, η διαφθορά, η διαπλοκή, η συναλλαγή κ.τ.λ., αλλά συμβαίνει το
αντίθετο: Από ένα σημείο και μετά (1978-80) το σύστημα πέρασε στην πλήρη
αντεπίθεση και εφεξής ουσιαστικά δεν ελέγχεται πλέον, απο-ηθικοποιείται όλο και
περισσότερο, αποχαλινώνεται, και βέβαια έτσι απονομιμοποιείται όλο και
περισσότερο, αν υποτεθεί ότι είχε ποτέ κάποια νομιμοποίηση1 που συνδεόνταν με την
όποια ηθική.
ΙΙΙ
Η ηθική του κινήματος, των αγωνιστών φιλοσόφων
και θεωρητικών: Γκράμσι, νεαρός Λούκατς, Μαρκούζε, Γκόρζ, Γκολντμάν, Λεφέβρ, Βανεγκέμ, Σατλέ, Ο. Ρεβώ ντ’ Αλλόν,
Ν. Πουλαντζάς, κ.α. είναι ακόμη ζωντανή.
Το ίδιο και των αγωνιστών της αντίστασης, των απελευθερωτικών κινημάτων, του
κινήματος της αμφισβήτησης, του κινήματος του Μάη, του Τσε, του αντιχουντικού
κινήματος κ.τ.λ. Όχι η καντιακή ηθική, που είναι ουσιαστικά caduque, κενό γράμμα, παρά τις
υπεράνθρωπες προσπάθειες του Χάμπερμας να την κρατήσει ζωντανή, αλλά του
αγωνιζόμενου νεοανθρωπιστικού κινήματος.
Η αναθεώρηση που εισηγήθηκε ο Χάμπερμας, μετά
το Théorie et Praxis2
και το Raison et legitimité3
- και λέμε αναθεώρηση και όχι ανασυγκρότηση, όπως έλεγε και ο ίδιος στην
περίοδο πλέον της ιστορικής υποχώρησης του νεώτερου κινήματος κριτικής μετά το
1978-80 (όπως το αποκαλούσαμε με τον Πάμπλο και τον Παγουλάτο)-επαναφέρει μια
δυνατότητα συζήτησης με το σύστημα, υποτίθεται
πάνω σε ηθικές βάσεις, θεωρώντας ότι είναι δυνατές οι ηθικές πρακτικές,
όταν ο μεν Διαφωτισμός έχει γίνει κενό πλέον γράμμα για τους κρατούντες, ενώ ο
Λόγος ένας λόγος ακριβώς κυριάρχησης,
την οποία προσπαθούσε πριν ο Χάμπερμας να πολεμήσει, ανασυγκροτώντας το
μοντέλο του στην εποχή της κυριάρχησης ακριβώς του μονοπωλιακού καπιταλισμού,
με την καλπάζουσα τότε τεχνολογική ορθολογικοποίησή4
του κ.τ.λ. Δηλαδή ο Χάμπερμας επαναφέρει τη συζήτηση στην προ νεαρού
Μαρξ εποχή, και κατά τούτο δεν έχει
νόημα η όποια άλλη προσέγγιση στην εποχή των γιούνκερς, των σύγχρονων
πολεμοχαρών πολεμοκρατών, των ολικά διεφθαρμένων κρατούντων ολιγαρχών και όχι
μόνο.
Από την άποψη αυτή σήμερα μόνο η γενικευμένη,
η συστηματική και οργανωμένη κριτική εναντιολογία στην ολικά αυτονομημένη και
ανεξέλεγκτη αυταρχική εξουσία, μπορεί ν’αποκαταστήσει κάπως τα πράγματα. Να
ξαναδώσει νόημα στην πολιτική με όρους γενικού συμφέροντος και κοινωνικών
ανθρώπινων αναγκών.
Μόνον έτσι
μπορεί να ηθικοποιηθεί η πολιτική, και να επανασυνδεθεί με τις ιστορικές
επιταγές του Λόγου5
και του ιστορικού και νεώτερου ανθρωπισμού. Από την άλλη, ζούμε την
αυτοκαταστροφή του συστήματος…
Παρόλα αυτά επιβάλλεται πλέον η ηθικοποίηση των διαδικασιών, των θεσμών, των πρακτικών: Η καθιέρωση της ηθικής παντού και πάντοτε, καθώς και η απόκτηση κοινωνικού περιεχομένου στην όλη ανθρώπινη και κοινωνική πρακτική συγκεκριμένα και με διαφάνεια, σύμφωνα με μία βασική ή τη βασική θέση της Νέας Κριτικής Θεωρίας και Πράξης.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1*. Βλ. την κριτική του νεαρού Μαρξ για το πολιτικό
εποικοδόμημα.
2*. Βλ. και την κριτική της γραφειοκρατικοποίησης –
γραφειοκρατίας των πρώην σοσιαλιστικών χωρών από τον Γκολντμάν, τον πρώτο
Καστοριάδη κ.α.
3*. Από την άποψη αυτή επιβάλλεται η υποχρεωτική
περιοδικότητα εξουσιών και σε καθορισμένα χρονικά διαστήματα η αντικατάσταση
των αντιπροσώπων, καθώς και η θεσμοθετημένη υποχρεωτική περιοδική εναλλαγή
θέσεων, αξιωμάτων κ.τ.λ. Επιβάλλεται ακόμη η διαρκής επικαιροποίηση των στόχων,
των προγραμμάτων, των καθηκόντων, καθώς και η ανακλητότητα και ο συνεχής
έλεγχος από τη βάση.
4*. Η ανιδιοτέλεια, η
συντροφικότητα, η αλληλεγγύη των αγωνιστών και η δημιουργία ακόμη και
αγωνιστικών κοινοτήτων από το τέλος του 18ου αι. και μετά ήταν διαρκείς
καταστάσεις, και σφυρηλατούσαν τα νέα ιδεώδη που θα επικρατούσαν στη νέα και
απελευθερωμένη κοινωνία.
Όμως η ακατάσχετη και η
ανεξέλεγκτη ανάπτυξη μεταπολεμικά με το εύκολο χρήμα που δημιούργησε, όχι μόνον
απο-ηθικοποίησε την κοινωνία, αλλά ακόμη και την αποκοινωνικοποίησε.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ.
J. Habermas, Raison et legitimité,
Payot.
2. Εκδ.
Payot.
3. Εκδ.
Payot.
4. Βλ.
J. Ηabermas,
La science et la technique comme idéologie,
Gallimard.
5. Βλ. J. Habermas. Le Discours philosophique de la modernité,
Gallimard.
* Δημοσιεύτηκε στην ΕΦΣΥΝ, Νησίδες, 702, 2-3/5/2026, σσ.
36-37, αφιερωμένο στη μνήμη των Γ. Βότση, Α. Ρήγου και Γ. Χάμπερμας.
Β. ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕΣ
ΑΠΟ
ΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΝΕΑ ΚΡΙΤΙΚΗ
ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ
Ι. Δεκαετία του 1980: Κυριαρχεί πλέον η
γενικευμένη σύγχυση (confusion
géneralisée), θεωρητική και ιδεολογική. H ιστορική
υποχώρηση του κοινωνικού κινήματος του Μάη είναι γεγονός.
Υπάρχει, είναι πλέον διάχυτη μια κρίση
αναφορών (repères), μια γενικευμένη ιδεολογική
κρίση.
Προϊόν αυτής της αρνητικής κατάστασης,
ιδεολογικό και πολιτικό, είναι και ο νεοαντιδραστικός μεταμοντερνισμός1, υπό τον μανδύα του
νέου, και ο οποίος επιτείνει τη δυσχερή αυτή
κατάσταση.
Από
την ιδεολογική ηγεμονία του κινήματος αμφισβήτησης μπήκαμε στην κρίση, στην
απομάγευση (désenchantement). Η κριτική του
μεταμοντερνισμού εκ των πραγμάτων απέκτησε θέση ύστατης υπεράσπισης της ιδέας
της απελευθέρωσης2 (Μαρκούζε) και
συγχρόνως την αρχή της ανασυγκρότησης του νέου απελευθερωτικού ιδεώδους σε
συνθήκες διαρκούς κρίσης και αμφισβήτησης των δυνατοτήτων ακριβώς της απελευθέρωσης.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, σύμφωνα με
τις τότε κριτικές θεωρητικές έρευνες και αναζητήσεις διαμορφώθηκε η θέση ότι,
αν δεν λυθεί, ξεπεραστεί το μέγιστο, το δομικό πρόβλημα της Κοινωνικής Διαίρεσης
της Εργασίας1*
(Κ.Δ.Ε.) στις αναπτυγμένες χώρες, δεν υπάρχει περίπτωση να λυθεί το οποιοδήποτε
άλλο κοινωνικό ή ανθρώπινο πρόβλημα, ούτε να ξεπεραστεί η αλλοτρίωση. Η Κ.Δ.Ε.
είναι δομικό πρόβλημα, καθορίζει και προβάλλεται σε όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις και πρακτικές και αναπαράγεται ως
τέτοιο.
Η πολιτεία είναι προσδιορισμένη, διαβρωμένη,
καθορισμένη σε όλα τα επίπεδα, τις
δομές, τις διαδικασίες, τους θεσμούς από την
Κ.Δ.Ε. Οπότε είναι απόλυτη ανάγκη η δημιουργία νέων πολιτειών,
δημοκρατικότερων και ανθρωπότερων, καθόσον φαίνεται ότι δεν είναι εύκολη η
ριζική λύση του προβλήματος, το ξεπέρασμα δηλαδή της Κ.Δ.Ε. Τη θέση αυτή για την αναγκαιότητα του
ξεπεράσματος της Κ.Δ.Ε. δια της
ιστορικοκοινωνικής πράξης επιβεβαιώνει
και η όλη αισθητοκαλλιτεχνική πρακτική των πρωτοποριών, ιστορικών και
νεώτερων. Έτσι η Νέα κριτική θεωρία και πράξη συγκροτείται από τη σύνθεση δύο
μεγάλων θεωρητικοποιήσεων, με μοναδικό, αυθεντικό, προσωπικό τρόπο: της ιστορικής και της νεώτερης
κριτικής κοινωνικής θεωρίας και της αισθητικής της μοντέρνας τέχνης, με κοινή
αναφορά την πρωτοπόρα πράξη (κοινωνική και αισθητοκαλλιτεχνική).
ΙΙ. Η Νέα κριτική
θεωρία και πράξη, ως συγκροτημένη και συνεκτική-πρωταρχική κριτική της παγκοσμιοποίησης
πλέον από το μέσον της δεκαετίας του 1990 είναι αυτόνομη, δομικά αυτόνομη. Αλλά
πριν από όλα προέχει η διασύνδεση της Νέας κριτικής θεωρίας και πράξης με την Αισθητική, τη Θεωρία Πολιτισμού, τη Σύγχρονη κριτική θεωρία, τη
Νέα Ανθρωπολογία και τη Μοντέρνα Τέχνη υπό την οπτική της αναγκαίας και
επιβαλλόμενης (ανα-) συγκρότησης του σύγχρονου ορθού Λόγου, τη συγκρότηση μιας
νέας ορθολογικότητας, όχι μόνο επικοινωνιακής, όπως είχε εισηγηθεί ο Χάμπερμας3, αλλά ευρύτερη,
συστηματικότερη, καθολικότερη, χωρίς αυτή όμως να ενδίδει στον ιδεαλισμό – ιδεασμό ουσιαστικά της ψευδο-ολότητας.
Από την άλλη, η Αισθητική και η Σύγχρονη
κριτική θεωρία2*
(που διαφοροποιείται κριτικά και
μετακριτικά από τη Σχολή της
Φρανκφούρτης, πάντα βέβαια στη συνέχειά της κ.α., συγκροτούν στην ύστερη φάση αυτής της
προσπάθειας, τη Νέα κριτική θεωρία και
πράξη.
IΙΙ.
Ιδρυτική, συγκροτησιακή θέση της Νέας
κριτικής θεωρίας και πράξης: Χωρίς τη
λύση, του μέγιστου προβλήματος που συνιστά η Κ.Δ.Ε., δηλαδή το ξεπέρασμά της, δεν υπάρχει καμία περίπτωση
να απελευθερωθεί η κοινωνία, η πολιτική
και ο άνθρωπος.
Από την άποψη αυτή και με βάση τις
σύγχρονες κυρίαρχες συνθήκες, έχει εξέχουσα σημασία – καθοριστική ίσως – ο διαφωτιστικός – απελευθερωτικός ρόλος της μοντέρνας τέχνης και της αφηρημένης γλυπτικής και του Σκλάβου ειδικότερα,
ως μια μάλιστα ειδική, προχωρημένη απελευθερωτική-χειραφετησιακή μορφή
κοινωνικής εργασίας, για τη σύλληψη και διαλεκτική κατανόηση της Κ.Δ.Ε., υπό
την οπτική του αναγκαίου και επιβαλλόμενου ξεπεράσματός της. Ως αναφορά για το
ξεπέρασμα της αλλοτρίωσης και της νεοαλλοτρίωσης που δημιουργεί η
παγκοσμιοποίηση. Έτσι είναι δυνατό να συνειδητοποιηθεί
καλύτερα και η σημασία του επαναπροσδιορισμού της Πολιτείας, αλλά και της
αναζήτησης για την επίτευξη απελευθερωμένων Πολιτειών. Και με αυτήν την έννοια
ξαναποκτά όλη τη σημασία του το δίπολο, Πολιτεία - Πολιτείες3*.
ΙV. Μερικές
καινοτόμες βασικές – αφετηριακές θέσεις - θεωρητικοποιήσεις της Νέας κριτικής
θεωρίας και πράξης, στην εποχή της αποσάρθρωσης της κοινωνίας, ως επίπτωση των
νεοφιλελεύθερων πολιτικών που ακολουθούνται στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού,
της υποχώρησης του νεώτερου
ριζοσπαστικού κινήματος και της διάδοσης
των μεταμοντέρνων ιδεολογημάτων και της αντιδραστικής θεωρίας του τέλους
των ιδεολογιών:
-
Διατήρηση με κάθε αντίτιμο της κριτικής της ιδεολογίας, της ιδεολογικής
κριτικής γενικά και ειδικότερα σε συνδιασμό πάντα με την αισθητική της
μοντέρνας τέχνης4,
με διαλεκτική – συνθετική έννοια και την αντίστοιχη ιστορική προοπτική.
-
Ο μοντερνισμός στην τέχνη ήταν και είναι ένα ευρύτερο σχέδιο, αισθητικό,
ιδεολογικό και θεωρητικό, στη
συνέχεια του ιστορικού και νεώτερου
ανθρωπισμού και του Διαφωτισμού, που στη σύγχρονη μετακριτική ανασυγκρότηση,
επικαιροποίηση, ανασύνθεσή του μπορεί να δώσει μια νέα απελευθερωτική
προοπτική, σε αντίθεση με τα μεταμοντέρνα ιδεολογήματα, και σε αντίθετη με τους
ενδοιασμούς του ύστερου Χάμπερμας, όπως αυτοί εκδηλώνονται στις διάφορες
συζητήσεις του με τους νιτσο-χαϊντεγγεριανούς νεοαντιδραστικούς. Γενικότερη
θέση μας: Ο ιστορικός και ο νεότερος ανθρωπισμός, ο Διαφωτισμός και ο
Μοντερνισμός συνιστούν ένα ενιαίο κριτικό – διαλεκτικό, δυναμικό και ανανεωτικό
ρεύμα, που σήμερα με επικαιροποιημένα και ανασυγκροτημένα τα θεωρητικά
προτάγματά του, συνιστούν τη μόνη απελευθερωτική δυνατότητα και προοπτική για την κοινωνία την
εποχή της ισοπεδωτικής παγκοσμιοποίησης.
-
Ο σοσιαλισμός είναι πάντα επίκαιρος, ως υπέρβαση, ξεπέρασμα των αντιθέσεων,
ακόμη και των αντινομιών της σύγχρονης άκρως ταξικής και πολωτικής κοινωνίας.
Υπ’ αυτή την έννοια ο σοσιαλισμός, ως βασικά μια ολικά αντιαλλοτριωτική πράξη –
προοπτική, εκλαμβάνεται, όχι απλώς ως η
κατάληξη της κοινωνικής πάλης, μια θέση άκρως μηχανικιστική και παθητική, αλλά
ως μια συνεχής και συνειδητή διαδικασία4* ρήξεων, που
διαμορφώνει συνεχώς καλύτερους όρους αγώνα, που δημιουργεί συνεχώς καλύτερες
και δυναμικότερες καταστάσεις, προοπτικές5 κ.α.
-
Η κοινωνία, η κουλτούρα, η ιδεολογία είναι αλληλένδετες, με κοινή αναφορά την
ενύπαρκτη, αλλά συγχρόνως και δομικά αντινομική σχέση τους με την αλλοτρίωση.
Οπότε υπό την οπτική της κριτικής της ιδεολογίας και της κουλτούρας του
Μαρκούζε6 και
στη συνέχεια πάντοτε της γκραμσιανής7 θεωρητικοποίησης της ιδεολογίας (:δύναμη των
ιδεών) και της ιδεολογικής ηγεμονίας, η Νέα κριτική θεωρία και πράξη
διαμορφώνει μια δυναμική και αυτόνομη σύλληψη του εποικοδομήματος σε συνδιασμό
με το κοινωνικό γίγνεσθαι, χωρίς αυτό να αυτονομείται μηχανικιστικά από τη
βάση. Από την εποχή της αρχόμενης παγκοσμιοποίησης, εποχή ενδογενούς
συνθετότητας και πολυπλοκότητας του συστήματος, η κριτική θεωρητικοποίηση αυτή
του εποικοδομήματος αποκτά μάλιστα έναν κρίσιμο, όσο και καθοριστικό χαρακτήρα.
Βασική πλέον διαπίστωση-θέση: Η αλλοτρίωση είναι παντού, ως αποδομητική –
αποσυνθετική παθολογική κατάσταση, που οδηγεί τον άνθρωπο στην απόγνωση, στην
αποξένωση, στο κλείσιμο στον εαυτό (repli en soi). Δεν υπάρχει πλέον κάποιος κοινός
συνδετικός – ενωποιητικός κρίκος, όπως ήθελε
ο Γκράμσι8 για
την ιδεολογία. Μόνη διέξοδος η διαρκής αντίσταση, η άρνηση, η ανυπακοή (dissidence), η προσπάθεια
επικοινωνίας, η μοντέρνα τέχνη ως καταφύγιο και ως απελευθερωτική πρακτική: Η πρωτοπόρα γενικότερα αισθητοκαλλιτεχνική πράξη
ως αντίσταση.
-
Η ανάγκη μιας συνθετικής – δυναμικής σύλληψης της κουλτούρας, στη συνέχεια του
Γκράμσι και του Μαρκούζε9,
ως βάση κάθε προσπάθειας σύλληψης και δημιουργίας μιας ολικής εναλλακτικής
κουλτούρας στην εποχή της αποδημικής παγκοσμιοποίησης. Σε κάθε περίπτωση είναι
απόλυτα αναγκαίο να ξεπεραστεί ο καταφατικός χαρακτήρας της κουλτούρας, κατά
τον Μαρκούζε, ακόμη και αν έχει έναν θετικό αφετηριακό χαρακτήρα, ως
καταστάλαγμα (constellation)
της ιστορικής διαδικασίας διαμόρφωσης της κουλτούρας. Δηλαδή και εδώ είναι αναγκαία η αρνητική διαλεκτική10, προκειμένου
ν’ανοίξει τουλάχιστον ο δρόμος για μια άλλη κουλτούρα. Ή τουλάχιστον να τεθεί
το θέμα με όρους πάντοτε πρωτοπορίας, άρνησης, ρήξης, κριτικής…
Από τη συγκροτημένη, θετική ιδεολογία,
σύμφωνα με τον νεαρό Μαρξ και τον Γκράμσι έχουμε μπει στην περίοδο της κριτικής
στάσης απέναντι στην όποια θετικότητα, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε σύστημα. Η
κυριαρχία του Συστήματος11,
κατά την κριτική θεωρία, είναι πλήρης στο μονοπωλιακό και ακόμη περισσότερο
στον ύστερο καπιταλισμό. Στην παγκοσμιοποίηση το σύστημα έγινε πλέον η νέα
ολότητα. Απέναντι σε αυτή την ολικά αλλοτριωτική κατάσταση από τις αρχές της
δεκαετίας του 1990 (αρχόμενη παγκοσμιοποίηση) η μόνη εναλλακτική – κριτική λύση
– πρακτική είναι οι διαρκείς αντι-ιδεολογικές διαμεσολαβήσεις5*, χωρίς σύστημα
και ενάντια στο σύστημα, με στόχο να απελευθερωθούμε από αυτό, ή τουλάχιστον να
υπάρξουμε και να δράσουμε έστω και σχετικά αυτόνομα και μη ενσωματωσιακά στο
σύστημα. Ή τουλάχιστον να σκεφθούμε
αυτόνομα έστω και σχετικά. Και σε κάθε περίπτωση να προσπαθήσουμε να βγούμε από
το σύστημα, όπως προσπάθησαν εναγώνια οι
ιστορικές και οι νεώτερες πρωτοπορίες. Η διαπίστωση – θέση αυτή ήταν βασικός
καθοδηγητικός αγώνας της κριτικής του νεώτερου αντι-άνθρωπος πλέον συστήματος από
το νεο-ανθρωπιστικό μαρξισμό και ιδίως από τον Ο. Ρεβώ ντ’ Αλλόν, συστηματικoύ μελετητή της μουσικής
πρωτοπορίας. Και η θέση αυτή ήταν η βασική μεθοδολογική και αξιακή αναφορά του
σεμιναρίου της Αισθητικής στη Σορβόννη στην τριετία 1984-87, το οποίο παρακολούθησα
συστηματικά.
Μέσα σε αυτό το πνεύμα αναδύεται με
οριστικό τρόπο η αντινομία μεταξύ της κριτικής θεωρίας και της φιλοσοφίας της
πράξης, ως μια αντινομία του μοντερνισμού.
Από τη μια μεριά το μοντέρνο σχέδιο, ο
μοντερνισμός ως σχέδιο επιζητεί το ιστορικοκοινωνικό ιδεολογικό σχέδιο, ακόμη
και σκοπό. Από την άλλη ο σκοπός οδηγεί στην αποδοχή, ρητή ή υπόρρητη, προκατασκευασμένων
λίγο-πολύ σχημάτων, θέσεων κ.τ.λ. Και
γενικότερα οδηγεί σε μια τελειολογία χωρίς ουσιαστική υπόσταση, έρεισμα, με
απούσα ουσιαστικά την ιστορία. Οπότε το όλο θέμα μπαίνει με εξαιρετικά ακραίους
και αντινομικούς όρους, και η Νέα κριτική θεωρία (και πράξη πλέον, και όχι η
φιλοσοφία της πράξης, καθόσον η δεύτερη ενέχει αναπόφευκτα μια κάποια τελεολογία) προσπαθεί να συγκροτήσει μια
διέξοδο, μια εναλλακτική προοπτική στην εποχή της κυριαρχίας της
παγκοσμιοποίησης χωρίς συμμετοχή (sans partage), δηλαδή απόλυτα,
αδιαφιλονίκητα, αποκλειστικά: χωρίς καμία άλλη συμμετοχή, χωρίς συναίνεση κ.α., χωρίς αμφισβητήσεις, με διαλυμένο το κοινωνικό
κράτος, με απόλυτο αυταρχισμό: Η σύγχρονη ολοκληρωτική – ολιγαρχική απολυταρχία.
Οπότε απέναντι σε αυτή την απόλυτα
αρνητική, όσο και ισοπεδωτική κατάσταση οι αντι-ιδεολογικές
διαμεσολαβήσεις12,
χωρίς καμία συμμαχία με το σύστημα, και με βάση την ιστορική κριτική της
ιδεολογίας του νεαρού Μαρξ13
κ.τ.λ., προσπαθούν εναγώνεια και αποφεύγοντας πάντοτε την ένταξη – ενσωμάτωση
στο όποιο σύστημα, να συνεχίσουν τον αγώνα της ιδεολογικής κριτικής σε όλα τα
επίπεδα, χωρίς να επιδιώκουν το όποιο σύστημα: Διαρκής κριτική, σε όλα τα
επίπεδα με στόχο τη διάνοιξη ρωγμών στην κυριάρχηση6*, όπως
έλεγε και ο Μαρκούζε.
Μέσα σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες για
τη διάνοιξη των αναγκαίων ρωγμών, η καινοτομία7* στη μοντέρνα τέχνη, η διαρκής καινοτομία και ευρηματικότητα της
μοντέρνας τέχνης, καθώς και ο δημιουργικός πάντοτε χαρακτήρας της αισθητικής, της
καλλιτεχνικής και της συνειδητής κοινωνικο-ιδεολογικής πράξης, στη συνέχεια
πάντοτε της ιστορικής θεωρητικοποίησης του νεαρού Λουκατς14, μπορεί να εισφέρει καθοριστικά προς αυτήν την
κατεύθυνση. Βασική διαπίστωση – θέση: Η διαρκώς, η μόνιμα καινοτόμα και δημιουργική
μοντέρνα τέχνη ήταν μια διαρκής ρωγμή για το σύστημα.
Η μετακριτική και η μετα-αισθητική
προσέγγισή της μπορεί να δώσει σήμερα νέες κριτικές δυνατότητες, ακόμη και να
προετοιμάσει το έδαφος για νέες ρωγμές, ειδικά αν λάβουμε υπόψη την ιστορική
κριτική της βιομηχανίας της κουλτούρας8* των Χορκχάϊμερ – Αντόρνο, σε μια εποχή
που η κουλτούρα έχει ενσωματωθεί και μετατραπεί σε σύστημα ιδεολογικής και
πολιτισμικής κυριάρχησης. Σε κάθε περίπτωση η μοντέρνα τέχνη αποτελεί μια
αξεπέραστη αναφορά για την κριτική σύλληψη, ενός αντεστραμμένου συστήματος
απέναντι στο υπάρχον ολικά αλλοτριωμένο. Αλλά και για την κριτική – εναλλακτική
σύλληψη σήμερα ενός απελευθερωτικού
συστήματος, και σε κάθε περίπτωση για τη σύλληψη και συγκρότηση της νέας
επικαιροποιημένης σήμερα ιδέας της απελευθέρωσης όπως ήθελε και ο Μαρκούζε,
γνώστης και μελετητής των πρωτοποριών.
V.
Ο απελευθερωτικός ρόλος της κουλτούρας αναδεικνύεται στη συνέχεια συστηματικά
μέσα από όλη την έρευνα της Κριτικής θεωρίας, αλλά και της Νέας κριτικής
θεωρίας και πράξης. Η κουλτούρα ως το ύστατο καταφύγιο της διατήρησης της
ποιότητας, των ποιοτικών σχέσεων, της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στη σύγχρονη
πλέον βαρβαρότητα και νεοβαρβαρότητα. Και ακόμη περισσότερο: Σε συνθήκες
παρατεταμένης και οξείας κρίσης, προβάλει η σημασία των απελευθερωτικών
χειραφετησιακών δυνατοτήτων της κουλτούρας, ως αντίβαρο, αντίδοτο στη σύγχρονη
βαρβαρότητα και νεο-βαρβαρότητα.
Οι πολύπλοκες σχέσεις κοινωνίας – τέχνης
– ιδεολογίας – κουλτούρας – πολιτισμού κ.τ.λ., θεωρητικοποιημένες συστηματικά μέσα
στην αντιθετικότητά τους, υπό την οπτική δημιουργίας συνθέσεων, καθόσον η
μεγάλη σύνθεση έχει αρχίσει να εκλείπει από τον ορίζοντα της ιστορίας, για να
παραφράσω τους Χορκχάϊμερ15
και Μαρκούζε16,
επιβάλλει συνεχώς νέες κριτικές θεωρήσεις και ανασυγκροτήσεις. Το ζητούμενο
είναι η απελευθέρωση του βιωμένου κόσμου, κατά τον Χάμπερμας, της καταπιεσμένης
συνείδησης, της ισοπεδωμένης υποκειμενικότητας, της σκέψης, και βέβαια η απελευθέρωση γενικότερα των συγκείμενων και
των συνειρμών, πάντοτε μέσα σε μια γενικότερη κίνηση προς την αυτονόμηση -
αυτονομία. Του βαθύτερου και πολλές φορές κρυμμένου συνειρμού της απελευθέρωσης17, της βαθύτερης
ανάγκης για δικαιοσύνη και ισότητα18. Η συνειδητοποίηση και η ανάδειξη με κριτικό τρόπο του συνειρμού μέσα στο γενικότερο μοντέρνο
ρεύμα σκέψης, τέχνης και πράξης ωθεί συγκεκριμένα προς τη συνειδητοποίηση της
βαθύτερης ανάγκης της ανθρώπινης απελευθέρωσης και πρώτιστα του απωθημένου – του
refοulé – συνειρμού, μοντέρνου τύπου (ειδικότερα
κατά τον Σεφέρη, και όχι μόνον). Έτσι η περιορισμένη αναγκαστική βαθύτερη
θέληση για χειραφέτηση, αυτονόμηση19, αυτοπροσδιορισμό μπορεί να γίνει μια νέα ισχυρή
κινητήρια δύναμη.
Από την άλλη, οι αντιθέσεις και οι αρνήσεις στην εποχή ιδίως της
παγκοσμιοποίησης, αλλά συνθετικά, συνθεσιακά και κυρίως ενιαιακά θεωρητικοποιημένες
στη συνέχεια του Πλωτίνου, χωρίς η
θεωρητικοποίησή τους να σταματάει στον Χέγκελ. Αντίθετα έχει πρωταρχική σημασία
το πέρασμα, η μετάβαση της κριτικής θεώρησης στον επαναστατικό – ανθρωπιστικό
αριστερό χεγκελομαρξισμό του νεαρού Μαρξ, θεωρώντας ότι η ιστορική σύλληψή του
για την πράξη (11η θέση για τον Φόϋερμπαχ) κλείνει οριστικά την περίοδο της καθαρά θεωρησιακής σκέψης –
φιλοσοφίας. Έτσι η συνειδητή – οριστική προσπάθεια ενιαίας
σύλληψης των αντιθέσεων και των αρνήσεων μπορεί ν’ αποτελέσει τον κινητήριο
μοχλό για την απελευθέρωση, για το ξεπέρασμά τους, εξυπακούεται θεωρημένο
πάντοτε υπό την οπτική του αναγκαίου και επιβαλλόμενου ξεπεράσματος δια της
πράξης. Οπότε η Νέα κριτική θεωρία και πράξη, υπ’ αυτή την
έννοια, έχει ως κύριο στόχο την αναζήτηση νέων απελευθερωτικών διεξόδων, πρακτικών,
προταγμάτων, παρά την ιστορική υποχώρηση διεθνώς του κινήματος, εξυπακούεται με βάση τη γενικότερη ιστορική πείρα του, και πάντοτε
ενάντια στον νεοαντιδραστικό μεταμοντερνισμό.
Μέσα σε αυτό το γενικότερο πλαίσιο
σταθερά κριτικών αναζητήσεων και διερευνήσεων η Νέα κριτική θεωρία και πράξη
συνιστά μια προσωπική προσέγγισή μου, διστακτικά στην αρχή, ειδικά όσο ζούσε ο μεγάλος
Σατλέ, όλο και πιο αυτόνομη στη συνέχεια, με έντονη και ζωντανή πάντοτε την
ανάμνηση του δασκάλου, των παθιασμένων συζητήσεών μας. Υπ’ αυτή την έννοια
είναι κεντρική πλέον η νέα μεθοδολογία
μου: Αποστασιοποίηση. Δηλαδή από όλα απόσταση, πριμοδοτώντας μια αυτόνομη και
αυτοτελή διαλεκτική – αντινομική μεθοδολογία.
Η αποστασιοποίηση συστηματικά, στη συνέχεια του Μπρέχτ, δεν σημαίνει αποστράτευση.
Αντίθετα μάλιστα: Ολική αποστασιοποίηση από το σύστημα, ως ελάχιστη προϋπόθεση
κριτικής βίωσης του αλλοτριωμένου παρόντος, και εργαζόμενος συνειδητά για το
απελευθερωμένο μέλλον, για να θυμηθούμε και τον Γκράμσι. Βέβαια συνεχίζουμε να
βιώνουμε τραυματικά πάντοτε την όλο και πιο απάνθρωπη παγκοσμιοποιημένη
σήμερα κοινωνική διαίρεση της εργασίας (Κ.Δ.
Ε.) και τη σύστοιχή της αλλοτρίωση…
Η σύλληψη και η επεξεργασία της Νέας κριτικής
θεωρίας και πράξης, άρχισε πριν έλθω σε επαφή με τον Σατλέ, συνεχίστηκε σε
διάλογο (1984-5) με τον Σατλέ και μετά πλέον συστηματικά μετά τον θάνατό9* του, σε επαφή
με κάποιους λίγους διακεκριμένους φίλους10* μας.
Μέσα σε αυτή την ουσιαστικά μοναχική προσωπική
ερευνητική και θεωρητική διαδρομή, κάθε κείμενό μου ήταν - και είναι - μια απεγνωσμένη θεωρητική εξπρεσιονιστικά, θα
έλεγα, κραυγή20,
για την ανάγκη της ανθρώπινης επικοινωνίας, κοινότητας, απελευθέρωσης, πράξης. Μια
θεωρητική προκήρυξη, όπως είπε και ο Βουλέλης, για την αναγκαία και
επιβαλλόμενη ιστορικά πράξη. Της πράξης.
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Συγχρόνως με αυτήν την ερευνητική –
θεωρητική διαδικασία προσπάθησα να κάνω και μια ανασυγκρότηση, όπως έλεγε και ο
Χάμπερμας, της πιο άμεσα κοινωνικής θεωρίας: Κριτική προσέγγιση του
νεοτεϋλορισμού, της ίδια της Κριτικής θεωρίας, της σύγχρονης κοινωνικής
διαστρωμάτωσης, της νέας κρίσης, του σύγχρονου κράτους κ.α. Με μια σειρά
εισηγήσεων, παρεμβάσεων και άρθρων σε πολλά και διαφορετικά περιοδικά: Μαρξ. Δελτίο, Μαρξιστική συσπείρωση, Ο Πολίτης, το Convoy, το Αλεξίσφαιρο, το Νέο Επίπεδο, το Κάπα, τις
Θέσεις, το Πριν κ.α. προσπάθησα να αναδείξω τις κρυμμένες δυνατότητες πάντοτε
της κοινωνίας και της πράξης προς την αυτονομία - αυτονόμηση. Από όταν φθάσαμε
στην παγκοσμιοποίηση στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και μετά τα πράγματα
άλλαξαν ριζικά. Η συνθετοποίηση – σφαιρικοποίηση της οικονομίας και της
κοινωνίας πλέον επέβαλαν και μια αντίστοιχη συνθετοποίηση της Κριτικής θεωρίας,
έτσι ώστε να χάνονται πλέον οι αιτιώδεις,
όπως θα λέγαμε, και τουλάχιστον οι άμεσα αιτιώδεις σχέσεις μεταξύ των
κοινωνικών φαινομένων, δομών, πρακτικών κ.α. Έτσι αναγκαστικά η Νέα κριτική
θεωρία αυτονομείται περισσότερο δια του δοκιμίου ως μορφή, και γενικότερα των
θεωρητικών δοκιμίων σε παράταξη και με αυτόν τον τρόπο οδηγείται σε πρωτόγνωρες
μορφές διαλεκτικής σκέψης, ανοιχτής εκ των πραγμάτων σκέψης: Σύνθετη,
συνθετική, συνθετοποιά νέου τύπου, δίνοντας έμφαση στις σηματοδοτήσεις (significations), όπως ήθελε και ο
Αντόρνο, ιδίως ο ύστερος, με καθορισμένο αρνητικά καθορισμένο τρόπο, σε μια
εποχή που το πρόταγμα της αυτονομίας – αυτονόμησης – αυτοπροσδιορισμού μέσα στο
ολικό πλην αλλοτριωτικό και αυταρχικό σύστημα είχε αναδειχθεί πλέον σε
προϋπόθεση της ίδιας της ύπαρξης πλέον. Της αυτόνομης ύπαρξης του ανθρώπου, αν
ήθελε να παραμείνει έστω και στοιχειωδώς άνθρωπος. Για το λόγο αυτό προτάξαμε
και την ανάγκη ανασυγκρότησης και της Νέας απελευθερωτικής ανθρωπολογίας στη
συνέχεια του Μαρκούζε. (Βλ. το βιβλίο μας, Προς
τη μεταπαγκοσμιοποίηση, Ζήτη, Η εποχή
της καθορισμένης άρνησης, Αρμός και τα συλλογικά έργα που δημοσιεύσαμε την
ίδια περίοδο, Τέχνη, πολιτισμός,
παγκοσμιοποίηση, Παπαζήση 2 τ., Κριτική
της τέχνης- Κριτική της παγκοσμιοποίησης, Νησίδες, Νέα ανθρωπολογία και τέχνη, Ζήτη, Προς την Νέα ανθρωπολογία, Αρμός).
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1*. Για την Κ.Δ.Ε. η αντιπαράθεσή μου με
τον Καστοριάδη ήταν ολική, όταν είχε αρχίσει τη μεταμοντέρνα και αντιάνθρωπος
προσαρμογή του στο σύστημα. Απελευθέρωση του ανθρώπου, αν δεν απελευθερωθεί από
την Κ.Δ.Ε., δεν υπάρχει, αλλά ούτε και
άνθρωπος γενικότερα, χωρίς τη συσχέτισή του, εκ των πραγμάτων, με αυτήν.
Παράβλεπε (αγνοούσε, δεν το νομίζω) ο Καστοριάδης την Σπηλιά του Πλάτωνα;
Υπήρξε ποτέ ο α-ιστορικός και α-κοινωνικός άνθρωπος; Κάθε προσπάθεια
απελευθέρωσης του ανθρώπου θα καταλήγει σε μορφές διεφθαρμένης νομενκλατούρας;
Γιατί πρέπει να σκοτώσουμε τον Άνθρωπο; Για να απολυτοποιήσουμε τη νιτσεο-χαϊντεγκερινή
αντιανθρώπινη παράνοια; Από την άποψη αυτή, παραμένει πάντοτε ζωντανή η αναφορά
(για να παραφράσουμε και τον Ρικέρ) του Μπερτολούτσι στον Κονφορμίστα στη Σπηλιά του
Πλάτωνα. Για εμάς, εκτός από αυτή τη μοναδική αισθητοποίηση, παραμένει
πάντοτε ζωντανός ο άνθρωπος της
σύγχρονης πραγματικής κοινωνίας, που αγωνίζεται διαρκώς, που παλεύει να
ξεπεράσει την αλλοτρίωση, που προσβλέπει σε μια καλύτερη και ανθρωπινότερη κατάσταση δια της πράξης.
Της θεωρίας και της πράξης.
Για την αφετηριακή θεωρητικοποίηση της Κ.Δ.Ε. βλ. τη Maitrise μου Φιλοσοφίας στο Παν/μιο Paris
VIII,
Τμ. Φιλοσοφίας, δ/ντής, H.
Weber,
μαθητής του Πουλαντζά. Για το νόημα, το περιεχόμενο της πράξης, στη συνέχεια
πάντοτε της 11ης θέσης για τον Φόϋερμπαχ του Μαρξ, βλ. το κείμενό
μου – καμπή, «Μετακριτική ή φιλοσοφία της πράξης;…», αλλά ουσιαστικά και όλα τα
άλλα κείμενά μου. Η πράξη και η αντίστοιχη θεωρητικοποίησή της είναι κομβικής,
κεντρικής, καθοριστικής σημασίας, ο ακρογωνιαίος λίθος της όλης σύλληψης, θεωρητικοποίησης, πρακτικής μου.
2*. Έχουμε ολοκληρώσει τρεις τόμους κειμένων
– δοκιμίων μετά το Η εποχή της
καθορισμένης άρνησης (Αρμός), με τα
οποία προσπαθούμε να προχωρήσουμε τη θεωρητικοποίηση για την ιδεολογία,
την ιδεολογική κριτική, τη μοντέρνα τέχνη, τη δημιουργικότητα και την καινοτομία
κ.α., υπό την οπτική πάντοτε μιας ριζοσπαστικής κριτικής του σύγχρονου
κοινωνικού συστήματος σε κρίση. Τα κείμενα αυτά προχωρούν, και από μια άποψη
εμβαθύνουν και διευρύνουν την όλη προσέγγισή μας της Νέας κριτικής θεωρίας και
πράξης στην εποχή της παγκοσμιοποίησης σε κρίση, αναζητώντας πάντοτε
ανθρωπιστικές διεξόδους και επικαιροποιώντας συνέχεια το πρόταγμα της αναγκαίας
και επιβαλλόμενης απελευθέρωσης.
3*. Η ιστορική συστηματική κριτική της κοινωνικής
δομής του Πλάτωνα στην Πολιτεία (ΤΟ ΒΗΜΑ) δεν αρκεί. Δεν λύνει όλα τα
προβλήματα και ακόμη λιγότερο δεν τα θεωρητικοποιεί επίσης όλα. Στην εποχή του
Πλάτωνα υπάρχει ένα ευρύτερο κίνημα πολιτικο-κοινωνικών θεωρητικοποιήσεων και προτάσεων - λύσεων,
γνωστό ως κίνημα - ρεύμα των Πολιτειών. Τα περισσότερα κείμενα χάθηκαν, αλλά
έμμεσα έμεινε η ιδέα ότι το κοινωνικό πρόβλημα στην ολότητά του είναι συνθετότερο και πολυπλοκότερο. Και
παρέμεινε έτσι μέχρι τις ημέρες μας. Οπότε επιβάλλεται η διαρκής αναζήτηση με διαφορετικό, σύνθετο, δημιουργικό τρόπο
λύσεων του όλου κοινωνικού προβλήματος εν
τω γίγνεσθαί του, και το οποίο ίσως μπορεί να μην είναι ένα, παρά την κεντρική
θέση, της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας.
4*. Η έννοια της διαδικασίας έχει
περισσότερο γκραμσιανή προέλευση και στην εποχή
της ολικής κυριαρχίας της αλλοτρίωσης υποδηλώνει μια στρατηγική
διαμόρφωσης νέων και καλύτερων όρων για την απελευθέρωση. (Πρλ. η
θεωρητικοποίηση για τον πόλεμο
θέσεων, του Γκράμσι). Η ιδέα της απελευθέρωσης είναι μαρκουζεϊκής
προέλευσης, και στην ουσία εισηγούμαι μια σύνθετη θεωρητικοποίηση του Γκράμσι
της φυλακής με αυτή του μεταπολεμικού Μαρκούζε.
5*. Εκτενής πλέον προσέγγιση των
δύσκολων θεμάτων που άπτονται της ιδεολογίας με ένα κριτικό πάντοτε τρόπο στη
συνέχεια της ιστορικής Γερμανικής ιδεολογίας
(Γκούτεμπεργκ) των Μαρξ-Ένγκελς, στον
ύστερο καπιταλισμό πλέον. Η θεωρητικοποίηση αυτή ωθεί ολικά περισσότερο προς το
ανοικτό σύστημα, την ύπαρξη περισσότερων
δυνατών εκδοχών και λύσεων των σύνθετων κοινωνικών προβλημάτων των σύγχρονων
σύνθετων κοινωνιών.
6*. Αμέσως μετά επικεντρώνομαι στο
κρίσιμης σημασίας θέμα των σχέσεων της κριτικής θεωρίας, και ειδικότερα της
μετακριτικής τάσης της, η οποία ως ένα βαθμό απομακρύνεται από την πράξη και
ιδίως την κοινωνικοπολιτική, με στόχο να επικαιροποιήσω την προβληματική για τη
φιλοσοφία της πράξης, και την ίδια την πράξη, γνωρίζοντας από τη δική μου
εμπειρία και την εμπειρία του κινήματος ότι δεν υπάρχει άλλη απελευθερωτική προοπτική χωρίς την
πράξη. Βλ. τη διάλεξη που έδωσα στο Πνευματικό κέντρο του Δήμου Αθηναίων (28-2-1990),
με θέμα, «Μετακριτική ή φιλοσοφία της
πράξης;» Το κείμενο δημοσιεύτηκε συμπληρωμένο και διορθωμένο στη Θεωρία Πολιτισμού, Ψηφίδα, τ. Ι. Βλ. και
τη νεώτερη θεωρητικοποίησή μας για την κυριάρχηση στο Η εποχή της καθορισμένης άρνησης, Αρμός.
7*. Η όλη πλέον θεωρητικοποίησή μου
περνά σε άλλο επίπεδο, με βάση τη συστηματική μελέτη που έχω ήδη κάνει της
ιστορίας και της θεωρίας της μοντέρνας τέχνης, με επίκεντρο τις έννοιες καινοτομία και δημιουργικότητα, με στόχο την
επέκταση ή την προέκταση αυτής της θεωρητικοποίησης και στον χώρο της
κοινωνικής πρακτικής. (Βλ. τις σχετικές αναρτήσεις στα blog μας).
Βασική θέση για εμάς, με βάση τη γνώση της ιστορίας και της θεωρίας της
μοντέρνας τέχνης: Η Νέα σύγχρονη κριτική θεωρία συνίσταται, συγκροτείται πλέον
και από την δομική ενσωμάτωσή της και της αισθητικής της μοντέρνας τέχνης.
Δηλαδή δεν υπάρχει πλέον η κοινωνική θεωρία και η αισθητική ξεχωριστά. Υπάρχει
μια νέα σύνθετη-συνθετική θεωρητικοποίηση, συναρθρώμενη σε μια νέα ενιαία
μεθοδολογική επιστημολογική οντότητα, σε ένα νέο σύνθετο και διαλεκτικό μοντέλο,
όπως θα έλεγε και ο Αντόρνο στο Modèles dialectiques
(Payot),
συγκροτημένο και επικαιροποιημένο.
8*. Από την άποψη αυτή έχει κεντρική σημασία η
κριτική της βιομηχανίας της κουλτούρας
των Χορκχάϊμερ – Αντόρνο (La
dialectique de
la
raison,
Gallimard),
που δείχνει έναν εναλλακτικό δρόμο για την κουλτούρα, με κύριο στόχο την
αποφυγή της καταστροφικής, και σε κάθε περίπτωση ενσωματωσιακής νόρμας. Η
προσέγγιση μου αυτή διαπερνά πολλά κείμενά
μου, είναι βασικός άξονας της Νέας κριτικής θεωρίας και πράξης, όπως τη
συλλαμβάνω και την αναπτύσσω, παρά το γεγονός ότι δεν κατόρθωσα να συγκροτήσω σε κείμενο τις
αρχικές σημειώσεις μου.
9*. Προς αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή της
προσωπικής θεωρητικής αυτονόμησης, με ώθησε
καταλυτικά, μπορώ να πω, και ο αγαπητός φίλος Γ. Καλιόρης, μαθητής του Γκολντμάν
και άριστος γνώστης του έργου του νεαρού Λούκατς, και ο οποίος με είχε φέρει σε επαφή με τον
Σατλέ.
10*. Αναφέρομαι κυρίως στον Γ.
Καλιόρη, τον Βεργόπουλο, τον Πάμπλο, τον
Παγουλάτο, τον Μπ. Λυκούδη, τον Κώστα
Σταυρόπουλο, τον Ν. Παπαδάκη, τον Τούγια, τον Κοντό κ.α. Όμως έλειπε
γενικότερα η αποφασιστικότητα, ο καθορισμένος χαρακτήρας της πράξης…
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. τη συστηματική κριτική στο μεταμοντερνισμό στο βιβλίο μας, Κοινωνική θεωρία και αισθητική, Αρμός, 2ο μέρος.
2. Βλ. Χ. Μαρκούζε, Δοκίμιο για την απελευθέρωση, Διογένης, Το τέλος της Ουτοπίας, Υ/βιβλία, Αντεπανάσταση και εξέγερση, Παπαζήσης.
3. Βλ. J. Habermas, Le Discours philosophique de la modernité, Gallimard και Τhéorie de l’agir communicationnel, Fayard, τ. ΙΙ.
4. Βλ. το βιβλίο μου, Ιδεολογική κριτική και αισθητική ( Praxis) και τις εισηγήσεις και τις παρεμβάσεις μου σε στρογγυλά τραπέζια στο Παρίσι και την Αθήνα (1986-1994) με θέμα την ιδεολογία, την ιδεολογική κριτική και τη σύνθεσή τους με την αισθητική που εισηγούμαι.
5. Βλ. την αντίστοιχη εισήγηση μου στο συνέδριο «Σοσιαλισμός και δημοκρατία» στα Χανιά. Περιλήφθηκε στη Θεωρία πολιτισμού (Ψηφίδα τ. Ι.), με θέμα «Ο σοσιαλισμός ως διαδικασία και ως ρήξη».
6. Βλ. H. Marcuse, Culture et Société, Minuit και Ο μονοδιάστατος άνθρωπος, Παπαζήση.
7. Βλ. Α. Γκράμσι, Οι διανοούμενοι, Στοχαστής.
8. Ib.
9. Βλ. την εισήγησή μου με θέμα, «Η έννοια της κουλτούρας στον Γκράμσι και του Μαρκούζε», στο συμπόσιο Τεχνολογία και κουλτούρα, που οργάνωσα στο Πολυτεχνείο Κρήτης. (Αναδημοσιεύτηκε και αυτή στη Θεωρία πολιτισμού, Ψηφίδα, τ. Ι). Και εδώ εισηγούμαι μια συνθετική προσέγγιση της έννοιας του Γκράμσι για την κουλτούρα και της έννοιας, κριτική της κουλτούρας του Μαρκούζε, με κοινό τόπο την ολική αλλοτρίωση, η οποία πρέπει οπωσδήποτε να ξεπεραστεί. Βλ. τα ιστορικά κείμενα του Γκράμσι, Οργάνωση της κουλτούρας, Στοχαστής, Η. Marcuse, Culture et Société, Minuit.
10. Βλ.Th. Adorno, Dialectique négative, Payot.
11. Βλ. P. – L. Assoun, L’ école de Francfort, PUF, S. Fabbrini, P. V. Zima, Κρίση και μεταμόρφωση του υποκειμένου, Λεβιάθαν, J. Habermas, Textes et contextes, CERF.
12. Βλ. το βιβλίο μας, Θεωρία πολιτισμού, Ψηφίδα, τ. Ι.
13. Βλ. Κ. Μαρξ, Η γερμανική ιδεολογία, Γκούτεμπεργκ.
14. Βλ. το ιστορικό κείμενο του νεαρού Λούκατς, Ιστορία και ταξική συνείδηση, Οδυσσέας, τα σχόλια, τις αποσαφηνίσεις, τις κριτικές του Λ. Γκολντμάν στα διάφορα κείμενά του για τη θεωρία της πραγμοποίησης του νεαρού Λουκατς, και ιδίως το λήμα του στην Univeralis για την πραγμοποίηση και τις παρατηρήσεις μου για το θέμα αυτό στο κείμενο μου, Ιδεολογική κριτική και αισθητική, Praxis, καθώς και σε άλλα κείμενά μου. Γενικότερη θέση μου, η θεωρία του νεαρού Λούκατς για την πραγμοποίηση, επικαιροποιημένη στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, εξαιρετικά, ολικά πραγμοποιητικής, είναι κεντρική για όποιο κριτικό ερμηνευτικό μοντέλο, και πρώτιστα για την Νέα κριτική θεωρία και πράξη.
15. Βλ. Μ. Χορκχάϊμερ, Η έκλειψη του λόγου, Κριτική.
16. Βλ. Χ. Μαρκούζε, Αντεπανάσταση και εξέγερση, Παπαζήση.
17. Η. Μαρκούζε, Δοκίμιο για την απελευθέρωση, Διογένης.
18. Βλ. J. Habermas, Raison et legitimité, Payot.
19. Βλ. H. Habermas, Αυτονομία και αλληλεγγύη, Ύψιλον/Βιβλία.
20.
Αναφορά στο ιστορικό έργο Κραυγή του Μούνκ.
Β. ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕΣ
ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ:
ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ–ΑΡΝΗΣΕΙΣ–ΚΡΙΤΙΚΕΣ–ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ ΚΑΜΠΗ*[1]
Ι
Η νέα κριτική θεωρία συνίσταται σε
διεπιστημονικές, διαδραστικές ή και αλληλοδραστικές θεωρήσεις, με την κοινωνική
διάσταση πάντοτε όμως πρωταρχική. Έτσι είναι δυνατό να συγκροτηθούν σύνθετες –
συνθετικές, ακόμη και πολύπλοκες θεωρητικοποιήσεις, ως απάντηση στην
πολυπλοκότητα των σύγχρονων συνθηκών. Συγχρόνως έτσι αποφεύγεται η τάση της
σκέψης και της θεωρίας προς την απλοϊκότητα (simplisme), που δημιουργεί
εγγενώς και καλλιεργεί χωρίς έλεγχο το σύστημα. Ακόμη περισσότερο: Είναι πλέον
ανάγκη, αλλά και επιβάλλεται να ξεπεραστούν οι μονοδιάστατες και οι μονογραμμικές αντιλήψεις, θεωρητικοποιήσεις, και κυρίως οι
σχετικές ιδεοληψίες.
Η νέα κριτική θεωρία αντιβαίνει δομικά,
από την ίδια τη σύλληψή της, στην ενιαία σκέψη (pensée unique) και αναζητεί λύσεις στην
πολύπλοκη όσο και δομική αντινομική πλέον εποχή μας, όχι μόνο σε επίπεδο θεωρίας, αλλά κυρίως σε
επίπεδο πράξης, χωρίς να ξεπέφτει στον πρακτικισμό. Βασική θέση της είναι
ότι γενικότερα η θεωρία – φιλοσοφία ή θα είναι κοινωνική ή δεν (θα) έχει νόημα η
όποια άλλη προσπάθεια. Κοινωνική όμως συνάμα σημαίνει και πρακτική, με την
έννοια της αναγκαίας αναζήτησης εννοείται πάντα σύμφωνα με την κριτική
κοινωνική θεωρία πρακτικών λύσεων για την κοινωνία και τον άνθρωπο. Όχι
δηλαδή θεωρητικολογία, αλλά προσπάθεια
πάντοτε ενοποίησης της θεωρίας με την πράξη, στην πράξη: πρακτικά, άμεσα,
συγκεκριμένα.
Ο νεοφιλελευθερισμός, με την ανεξέλεγκτη
απορρύθμιση που επέβαλε και το ίδιο ανεξέλεγκτη αποθέσμιση που προκάλεσε,
αποικιοποίησε την κοινωνία και τη σκέψη. Βασικός στόχος της Νέας κριτικής
θεωρίας και πράξης είναι η επανακοινωνικοποίηση ακριβώς της κοινωνίας και της
σκέψης δια της πράξης. Της νέας κοινωνικής πράξης. Η σφαιρική, η ολική
ανασυγκρότηση της κοινωνίας με όρους πράξης, νέας κοινωνικής πράξης πλέον
επιβάλλεται από τα κάτω και σε όλα τα
επίπεδα των κοινωνικών δομών και πρακτικών.
ΙΙ
Στην εποχή του τέλους των βεβαιοτήτων
και της έκρηξης των αντινομιών του συστήματος η μόνη θεωρητική και μεθοδολογική
πρακτική που υπάρχει είναι η αναζήτηση λύσεων στα σύγχρονα μεγάλα κοινωνικά
προβλήματα. Συνάμα προέχει η προσέγγιση
νέου τύπου, με βάση την αρχή της συνθετότητας.
Η σημερινή προχωρημένη αποσάρθρωση
της κοινωνίας μόνο μέσα από νέες πρακτικές
και ανασυγκροτήσεις θα ξεπεραστεί έστω και σχετικά. Αλλά με τις παραδοσιακές,
όπως θα έλεγε και ο Χορκχάϊμερ, θεωρητικοποιήσεις δεν είναι δυνατό να
ξεπεραστεί το μέγιστο αυτό πρόβλημα, ούτε καν να διαγνωστεί.
Νέα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα, νέες
θεωρήσεις: Αυτό το κενό έρχεται να
καλύψει η Νέα κριτική θεωρία και πράξη με συνεχείς, επισταμένες, συστηματικές έρευνες και μελέτες. Η μελέτη
και η συνεπούμενη θεωρητικοποίηση οδηγεί στην απόκτηση συνείδησης, στην ανάγκη
δημιουργίας μιας νέας επικοινωνίας, μιας νέας κοινότητας με αγάπη για τον
άνθρωπο, με επίκεντρο – ακόμη περισσότερο – τον άνθρωπο, που θέλει να
μετατρέψει σε συνάνθρωπο το σύγχρονο οικονομικό «ανθρώπινο» τέρας. Νέες
διεπιστημονικές μεθοδολογίες, νέα αλληλεγγύη, νέες κοινότητες πρώτιστα
ενδιαφερόντων (με την έννοια του Χάμπερμας, αλλά και όχι μόνον) και στη
συνέχεια ίσως γενικότερης υπόστασης, συγκρότησης, εννοείται πάντοτε
ανθρωπιστικής διάστασης, είναι το ύψιστο καθήκον της Νέας κριτικής θεωρίας και
πράξης, με αναφορά πάντα και στο ιστορικό έργο των πρωτοποριών, κοινωνικών και
αισθητοκαλλιτεχνικών.
Η αρχή της παγκοσμιοποίησης (μέσα της
δεκαετίας του 1990) ανέδειξε νέες προβληματικές, νέες θεωρητικοποιήσεις, υπό το
σοκ των νέων τότε και βαθειών αλλαγών παγκόσμια.
Η σφαιρικότητα (globalité) ήταν μια βασική νέα έννοια που ανέκυψε μέσα σε αυτές τις
συνθήκες της πρωτόγνωρης τότε κρίσης. Η
αναζήτηση χαμένων ιστορικών και πολιτισμικών οντοτήτων και η επαναθεωρητικοποίθησή
τους πλουραλιστικά και δημιουργικά, η επικαιροποίηση των θεωρητικών ιστορικών
καταλοίπων τους κ.α. ήταν μερικές από τις νέες τότε τάσεις, που δημιούργησε
νέες και καινοτόμες θεωρητικές ωσμώσεις. Όμως η κρίση του 2008 διάλυσε όλη αυτή
τη νέα τότε δημιουργική θεωρητική και
πρακτική κατάσταση διεθνώς. Η κριτική
του προντουκτιβίστικου μοντέλου έτσι υποχώρησε μπροστά στη νέα, απόλυτη πλέον, δικτατορία του νεοφιλελευθερισμού και του
ταξηφιλελευθερισμού. Σήμερα όμως μπροστά στο φάσμα της επικίνδυνης ακροδεξιάς
καμπής σε όλες τις ανεπτυγμένες κοινωνίες, οι οποίες
βρίσκονται σε διαδικασία κρίσης θεμελίων πλέον, μετά τη μακρόχρονη μακρόσυρτη, φανερή
ή υπόκωφη κρίση τους, επιβάλλεται ένας συστηματικός στοχασμός και αναστοχασμός:
Ή η κοινωνία θα ανασυγκροτηθεί σε νέες πιο δίκαιες, ανθρωπότερες και
ορθολογικότερες βάσεις ή οδηγούμαστε στο γενικευμένο νεοφασισμό. Μπροστά σε
αυτή τη φοβερή απειλή το καθήκον της Νέας κριτικής θεωρίας είναι μέγιστο. Είναι απόλυτα
αναγκαίο να οργανωθεί συνειδητά η πράξη απέναντι στο σύγχρονο γενικευμένο, όσο
και απειλητικό νεοφασιστικό ανορθολογισμό.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες είναι απόλυτη,
άμεση ανάγκη τουλάχιστον για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο σε πανευρωπαϊκό
επίπεδο, καθώς και για άμεση αλλαγή, και οπωσδήποτε τροποποίηση του
παραδείγματος της οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη και πρώτιστα στην Ελλάδα. Η
ακολουθούμενη οικονομική πολιτική συνιστά πλέον μια νέα ασύμμετρη, και
συγχρόνως πολλαπλή απειλή, ακόμη και κοινωνικο-ιδεολογική. Οπότε προβάλει η ανάγκη
μιας ανθρωποκεντρικής οικονομικής πολιτικής και συγχρόνως κοινωνικής πρακτικής.
Οι επερχόμενες μεγάλες ανακατατάξεις και
συνεχείς ανασυγκροτήσεις, που έρχονται διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα ωθούν προς
μια νέα ρύθμιση, και ίσως όχι μόνον. Διαφορετικά……
ΙΙΙ
Νέα κριτική θεωρία και πράξη: Πρώτη σοβαρή
αναφορά στην κοινωνική διάσταση της πράξης, στις σύγχρονες συνθήκες ήταν το
έργο και η όλη κοινωνιολογική θεώρηση του Πουλαντζά, και στη συνέχεια του
Οζόφσκι (εννοείται μετά τον Μαρξ). Όμως ο Πουλαντζάς άργησε ν’απομακρυνθεί κριτικά πρώτα από τον αλτουσερισμό και μετά από
τον Ευρωκομουνισμό1*.
Σήμερα βέβαια, μετά τις νεώτερες περιπέτειες της σκέψης και του κινήματος, έχουμε ανάγκη από νέες κριτικές συλλήψεις, προσεγγίσεις ανασυγκροτήσεις
και θεωρητικοποιήσεις.
Νέα κριτική θεωρία και πράξη: Προσπάθεια
σύνθεσης της κοινωνιολογικής προσέγγισης του Πουλατζά (με αναφορά κυρίως το
κείμενό του, Les
classes
sociales dans le capilatisme d’ auzourd’hui1
κ.α.)
και της πολιτικής προσέγγισης (πολιτική
θεωρία) του Βεμπέρ (με προέλευση τον Ρ. Αρόν), καθώς το πολιτικό χωρίς το
κοινωνικό στοιχείο, την κοινωνική διάσταση μας ξαναγυρνά σε φιλελεύθερες
καταστάσεις, και μάλιστα της εποχής πριν την κριτική του Μαρξ της Εισαγωγής στη φιλοσοφία του δικαίου του
Χέγκελ2 και το Εβραϊκό ζήτημα3. Η διαπίστωση αυτή
ήταν μια βασική θέση εμένα και του Μπ. Λυκούδη, μεταφραστή μεταξύ πολλών άλλων
ιστορικών κειμένων και των Οικονομικοφιλοσοφικών
χειρογράφω4
του Μαρξ.
Η Νέα κριτική θεωρία και πράξη, από την
αρχή της δεκαετίας του 1990 μέσα σε
συνθήκες πρωτόγνωρης βαθειάς κρίσης, ακόμη και προϊούσας ιδεολογικής
αποσύνθεσης προσανατολίζεται προς μια
νέα θεωρητικοποίηση του πολιτισμικού.
ΙV
Το ιστορικό κίνημα της διαφάνειας προς
το τέλος της δεκαετίας του 1980 στην πρώην ΕΣΣΔ, με ευρύτερες ιδεολογικές
σηματοδοτήσεις, αλλά και κοινωνικές διαστάσεις, και που οδηγεί στην κατάρρευση
του ανύπαρκτου σοσιαλισμού, επέφερε ριζικές αναθεωρήσεις και ανασυγκροτήσεις
στη σκέψη γενικότερα.
Σε συνδυασμό με την εμφάνιση της
απειλητικής παγκοσμιοποίησης λίγο αργότερα στη Δύση, το κίνημα αυτό είχε σαν αποτέλεσμα
την απαρχή μιας συστηματικότερης ανασυγκρότησης της κριτικής σκέψης. Ουσιαστικά
έτσι τέθηκαν οι βάσεις της σύλληψης της Νέας κριτικής θεωρίας και πράξης,
αφενός πρωτότυπης, νέας, καινοτόμας και βέβαια πρωταρχικά και ριζοσπαστικής,
ενταγμένη πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της συστηματικής ιδεολογικής κριτικής5 που είχε ήδη αρχίσει.
Συγχρόνως η άμεση καλή γνώση της
ιστορικής και νεώτερης πρωτοπορίας, με αναφορά πάντοτε τον Μάλεβιτς και τη
ρώσικη πρωτοπορία γενικότερα, την οποία ξαναπροσεγγίσαμε τότε με τον Παγουλάτο
και τον Πάμπλο, ώθησε στη σύλληψη εκ μέρους μου της Νέας κριτικής θεωρίας και πράξης: Ένα νέο σύνθετο
μοντέλο της ιστορικοκοινωνικής πρακτικής, και όχι για την κοινωνική πρακτική,
όπως έκαναν οι περισσότεροι θεωρητικοί μέχρι τότε. Ο μεταπολεμικός Αντόρνο, ενώ
παρατηρεί και αναλύει εύστοχα την απομάκρυνση της θεωρίας από την πράξη, του
υποκειμένου από το αντικείμενο, συλλαμβάνει και επεξεργάζεται μια Αισθητική6 για τη μοντέρνα
τέχνη, και όχι της μοντέρνας τέχνης, μια Αρνητική θεωρία για την κοινωνία7 και όχι της
κοινωνίας. Εγώ ζώντας από τα μέσα τη
σύλληψη της καλλιτεχνικής πρακτικής, λόγω των πολλαπλών πλέον σχέσεων και φιλιών μου με
καλλιτέχνες της πρωτοπορίας, στη συνέχεια του Διδακτορικού μου για τον Σκλάβο,
που έχει προκαλέσει μεγάλη αίσθηση σε όλους τους καλόπιστους καλλιτέχνες και
θεωρητικούς, πλέον ζω περισσότερο για την τέχνη και με την τέχνη. Είχα δηλαδή
κάπως απομακρυνθεί από το κίνημα. Ο δυναμισμός έτσι και η συνεχής καινοτόμα
πρακτική της αισθητοκαλλιτεχνικής πρακτικής, με προεξάρχοντες πάντα για εμένα, μετά τον Μάλεβιτς, τον Σκλάβο, τον
Στέρη και τον Τζιακομέττι, με οδήγησε σε
μια νέα ενιαία – ενιαιακή (με την έννοια του Πλωτίνου), θεωρητικοποίηση8. Ζω συνέχεια με
προβλήματα από μικρός, με το θάνατο σε κάθε βήμα μου, όπως έλεγε και ο
Πλάτωνας. Οπότε το μόνο που με απασχολούσε, που μου έδινε ζωή πλέον, μετά την
ιστορική υποχώρηση του κινήματος, ήταν η καινοτόμα και η ριζικά ανανεωτική πρακτική
των μεγάλων καλλιτεχνών της πρωτοπορίας, αλλά και η κατά δύναμη σύγχρονη εισφορά των φίλων καλλιτεχνών. Έτσι μπόρεσα να
συλλάβω τα νέα και καινοτόμα μηνύματα των ήδη νέων οικονομικοκοινωνικών
αλλαγών, που επέφερε εκ των πραγμάτων πλέον η παγκοσμιοποίηση στο τέλος πλέον του
ανύπαρκτου σοσιαλισμού. Μέσα σε αυτό το νέο, το πρωτόγνωρο κλίμα, όπου το παλιό πέθανε αλλά το νέο δεν είχε
δημιουργηθεί ακόμη, για να παραφράσω τον Γκράμσι, άρχισα ουσιαστικά μόνος (ο
Σατλέ εξάλλου είχε δυστυχώς πεθάνει και δεν είχα κανένα φίλο φιλόσοφο να συζητώ
συνέχεια και χωρίς πρωθύστερες παραδοχές - présupposés de base) μια νέα βασική έρευνα τόσο σε επίπεδο διερεύνησης
– επαναπροσδιορισμού των νέων κοινωνικών
δομών και πρακτικών, όσο και της νέας καλλιτεχνικής πράξης, και
γενικότερα του πολιτισμικού, το οποίο μελετώ πλέον συστηματικά, συγχρόνως με
την κριτική της παγκοσμιοποίησης την οποία αρχίζω από τα μέσα της δεκαετίας του
1990. Οι αλλαγές στο πολιτισμικό9 παραπέμπουν σε αλλαγές στην κοινωνική βάση και λόγω των
δυνατοτήτων μου από τις μέχρι τότε έρευνες και σπουδές μου, μπόρεσα να τις
συλλάβω ως ένα βαθμό και να ανασυγκροτήσω το μοντέλο με νέα κείμενα, με
εισηγήσεις και παρεμβάσεις συνεχώς. Έτσι μπόρεσα να συγκροτήσω τη Νέα κριτική θεωρία
και πράξη, ως μια νέα ριζική θεωρητικοποίηση γενικά, αλλά και ειδικότερα τη
παγκοσμιοποίηση, αλλά συναμα και το πολιτισμικό ως διέξοδο από τον περιβάλλοντα
κυρίαρχο οικουμενισμό, φυγή από την ολική αλλοτριωτική παγκοσμιοποίηση. Πάντοτε
πλέον σύνθετη, αλλά με έντονη τη σφραγίδα των νέων αλλαγών και των επιπτώσεών του
στο ιστορικοκοινωνικό γίγνεσθαι. Σε διάλογο με πολλούς θεωρητικούς, αλλά ειδικά
μετά τη μελέτη του ύστερου κειμένου του
Α. Γκορζ2*, Quète du sens…10, συνειδητοποίησα ότι
το όλο μοντέλο πλέον ήθελε πλήρη,
συστηματική ανασυγκρότηση. Η ανάγκη μιας νέας ορθολογικότητας, με τους όρους
του Χάμπερμας11,
που γνώριζε άριστα ο Γκορζ, ήταν πλέον περισσότερο από αναγκαία. Επιβεβλημένη.
Όμως δύσκολα, πολύ δύσκολα
πραγματοποιήσιμη. Ο δρόμος θα ήταν μακρύς, επίπονος, δεν υπήρχαν βεβαιότητες.
Όλα έπρεπε να ξανασυγκροτηθούν όχι για την κοινωνία ως μια νέα θεωρία από
καθέδρας, αλλά ως μια νέα Κριτική θεωρία με επίκεντρο, αναφορά την πράξη και
τις πρωτοπορίες, όπως ήθελε και η
αγαπητή φίλη Μ. Δημητριάδη. Ο δρόμος θα ήταν μακρύς, το επαναλαμβάνω, και
συνεχίζεται ακόμη. Το ένα κείμενό μου διαδέχεται το άλλο, η μια εισήγηση ή
παρέμβαση την άλλη, τα βιβλία μου το ίδιο, μέχρι που δημιουργήσαμε το Blοg
Νέα Κριτική Θεωρία και Πράξη,
το οποίο έδωσε τεράστια ώθηση στην όλη έρευνα, καθόσον δημοσιεύαμε συνέχεια
κείμενα, δικά μου και συνεργατών. Ο τίτλος αυτός που δώσαμε στο blog ανταποκρίνεται
ακριβώς στο περιεχόμενο της όλης αυτής συστηματικής προσπάθειας ως μια πράξη καθήκοντος, υποχρέωσης, ακόμη και
στράτευσης.
Σήμερα δε στην περιπέτεια που ζει η
κοινωνία διεθνώς, στη φάση της κρίσης της παγκοσμιοποίησης που έχει μπει και
στην αρχή της αποπαγκοσμιοποίησης και ίσως και της αντιπαγκοσμιοποίησης, η Νέα
κριτική θεωρία και πράξη ανασυγκροτημένη, όπως επιβάλλουν οι νέες συνθήκες, είναι περισσότερο από αναγκαία:
Επιβεβλημένη.
Οι ιστορικές αναλύσεις της Σχολής της
Φρανκφούρτης έχουν μείνει πίσω, είναι πλέον απόμακρες. Το πνεύμα της εποχής
άλλαξε. Η Νέα κριτική θεωρία και πράξη προσπαθεί ανασυγκροτούμενη διαρκώς να
δημιουργεί νέα μοντέλα, νέες αναφορές. Να αναδείξει τις νέες κριτικές
προοπτικές για την πράξη. Με συνεχείς μελέτες και έρευνες, παραμένοντας πάντοτε
ταπεινή και προσγειωμένη στο ανθρώπινο, στο πραγματικό, προσπαθεί
ν’αφουγκραστεί τις αγωνίες της εποχής και ν’ανιχνεύσει δυνατότητες ριζικών –
θετικών – αλλαγών με επίκεντρο τον
άνθρωπο.
V
Κατά τον Σατλέ12, ζούμε το τέλος του
χεγκελιανού συστήματος, αλλά και κάθε φιλοσοφικού συστήματος. Η θέση αυτή είναι
περίπου ίδια με αυτή του Αξελού. Ως τέτοια
πριμοδοτεί το ιδιαίτερο. Πρόκειται στην ουσία για την επανάσταση του
ιδιαίτερου. Ιδανική περίπτωση ανάδειξης,
χειραφέτησης του ιδιαίτερου στην τέχνη ήταν ο Σκλάβος: Η όλη
αισθητοκαλλιτεχνική σύλληψη και πρακτική του. Με το διδακτορικό μας για τον
Σκλάβο και τη μοντέρνα γλυπτική, φθάνουμε στη σύλληψη μιας νέας μεθοδολογίας,
που να ταιριάζει στις απαιτήσεις της εμμενούς ανάγνωσης και ερμηνείας του
Σκλάβου και του έργου του, της μοντέρνας ιδιαιτερότητας του Σκλάβου. Στη
συνέχεια πηγαίνουμε πλέον από τη νέα αυτή μεθοδολογία για την προσέγγιση του
Σκλάβου στη μεθοδολογία της Νέας κριτικής θεωρίας και πράξης, κατά πολύ
ευρύτερη, και η οποία συγκεκριμενοποιείται δια μέσω της συνεχούς έρευνας και
μελέτης πάντα επίκαιρων, όσο κρίσιμων θεμάτων κοινωνικής θεωρίας: η πράξη, η
ιδεολογία, η μεθοδολογία, με αιχμή τη συστηματική ιδεολογική κριτική σε μια
εποχή προϊούσας κυριαρχίας πλέον της απο-ιδεολογικοποίησης. Συγχρόνως επεκτείνω
και διευρύνω τη νέα μεθοδολογία αυτή, εμπλουτίζοντας και συστηματοποιώντας την,
μέσω της συστηματικής μου ενασχόλησης της κριτικής θεωρητικοποίησης του
πολιτισμού αρχικά και της παγκοσμιοποίησης στη συνέχεια, προσπαθώντας συγχρόνως
να συγκροτήσω μια διαλεκτική (δια-)σύνδεσή τους.
Η διεύρυνση είναι απόλυτα απαραίτητη για την απόκτηση
μιας κάποιας γενικότερης, και βέβαια πάντοτε σύγχρονης θεωρητικής υπόστασης, μέσα από την πολλαπλότητα των θεμάτων που
εισηγήθηκα ή θεωρητικοποίησα. Το υπόβαθρο (arrière fond) βέβαια παρέμεινε πάντα ο Σκλάβος
και το ηρωικό παράδειγμά του. Έτσι παρέμεινε πάντα ζωντανή, ρητά ή υπόρρητα, η
διασύνδεση (jοnction) του Σκλάβου και των δύσκολων
μεθοδολογικών και θεωρητικών θεμάτων που ανέδειξε με τη ζωή και το έργο του, με
τα κρίσιμα θέματα που εμφανίστηκαν από
τις αρχές της δεκαετίας του 1990 με την εμφάνιση και στη συνέχεια την επέλαση
της παγκοσμιοποίησης.
Από την άποψη αυτή η όλη θεωρητικοποίησή
μου για τον Σκλάβο με βασική τη θέση περί επισταμένης διερεύνησης της σχέσης
της αφηρημένης γλυπτικής και γενικότερα της μοντέρνας αισθητοκαλλιτεχνικής πρακτικής
με την κοινωνική διαίρεση της εργασίας,
αποκτά ευρύτερες διαστάσεις. Δημιούργησε τις βάσεις για ένα νέο
ερμηνευτικό σχήμα της σύγχρονης αισθητοκαλλιτεχνικής πρακτικής της πρωτοπορίας αλλά και της
κοινωνίας του ύστερου καπιταλισμού, με
θεσμοθετημένη και παγιωμένη πλέον την προχωρημένη κοινωνική διαίρεση της
εργασίας, που έχει πνίξει, σκοτώσει κάθε μορφή αυτόνομου Artisanat. Και η κατάσταση αυτή απέκτησε ακόμη πιο αρνητικές
διαστάσεις στην παγκοσμιοποίηση. Το παράδειγμα Σκλάβος μας εισήγαγε και στην κριτική
κατανόηση της νέας πιο απάνθρωπης αυτής κατάστασης, αλλά και γενικότερα αποτέλεσε
τη βάση για την εισαγωγή συστηματικά
πλέον στη Νέα κριτική θεωρία και πράξη.
VI
Με τον Σκλάβο κάνω την πρώτη θεματοκεντρική προσέγγιση. Κατά κανόνα
δε όλες όσες θεωρητικοποιήσεις μου ακολούθησαν ήταν το ίδιο θεματολογικές –
θέματα: Θεματοποιήσεις έλεγε ο Λεφέβρ, ο οποίος ήταν από τους σημαντικότερους
φιλόσοφους της πράξης. Έτσι ουσιαστικά εισήγαγα μια νέα επιστημολογική και
μεθοδολογική αρχή, την πρόταξη του θέματος και την κατά το δυνατό
συστηματικότερη διερεύνησή του, πάντοτε μέσω δοκιμίων νεολουκατσικής έμπνευσης
– επίδρασης, μορφής. Με τον τρόπο αυτό αναδείχθηκαν και τα συγκείμενα,
δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για τη
σύλληψη και επεξεργασία μιας συστηματικής προσέγγισης – θεωρητικοποίησης,
δομικά αποσπασματικού χαρακτήρα, αλλά αυτόνομη, μεθοδική και συνάμα μεθοδολογική,
δημιουργική, καινοτόμα, ριζοσπαστική: τη Νέα κριτική θεωρία και πράξη στις
σύγχρονες συνθήκες.
VII
Νέα κριτική θεωρία και πράξη:
Διαρκής αγώνας, θεωρητικός και πρακτικός
– Praxis
– για το ξεπέρασμα της αλλοτρίωσης σε όλες τις μορφές της, για την απελευθέρωση
του ανθρώπου από την αλλοτρίωση δια της πράξης. Ή τουλάχιστον διαρκής
αμφισβήτηση, άρνηση, κριτική και δια της πράξης. Η ηθική της απελευθέρωσης, της
αναγκαίας και επιβαλλόμενης απελευθέρωσης κάνει τον άνθρωπο προσινή, εχέφρονα,
ταπεινό, ολιγαρκή, αυθεντικό, τίμιο, δίκαιο και αγαθό. Ο αγώνας ενάντια στη
σύγχρονη τοξικότητα, διαπλοκή, διαμεσολάβηση, διαφθορά, απάτη, ψεύδος είναι ολικός,
απόλυτος, καθολικός. Η άρνηση αυτού του σύγχρονου διεφθαρμένου κόσμου δεν κάνει
εκπτώσεις, ούτε παραχωρήσεις.
Είναι αποφασιστικός, ολικός, καθορισμένος,
λυσιτελής…
VIIΙ
Κριτική θεωρία και πράξη:
Είναι σήμερα απόλυτα αναγκαία η δημιουργία
νέων ορθολογικοτήτων13
δια της πράξης14,
της κοινωνικής πρώτιστα πράξης, της πράξης γενικά. Νέων και διαρκώς κριτικών
ορθολογικοτήτων. Όχι μιας ορθολογικότητας, όχι του μονοδιάστατου ορθού λόγου,
αλλά προσπάθεια σύλληψης και δημιουργίας μιας νέας κριτικής ορθολογικότητας.
Συγχρόνως πάντοτε δια της πράξης είναι αναγκαίο το ξεπέρασμα της πολυδιάσπασης
των τάξεων, των πρακτικών, των καταστάσεων, πολυδιάσταση που ως ένα βαθμό δημιουργείται
άμεσα, αυθόρμητα από την κρίση και τη γενικότερη αντινομική εξέλιξη της
κοινωνίας. Από την άποψη αυτή προβάλει η ανάγκη διασύνδεσης των πρακτικών
αυτών, της μεθοδικής ανασυγκρότησής τους, της κατά το δυνατό σύνθεσής τους.
Στην παγκοσμιοποίηση είναι εγγενής η τάση προς τον ιδιαιτερισμό, ως άμυνα στην
τάση του συστήματος για ενσωμάτωση, ακόμη και ισοπέδωση των πάντων.
Οι νέες ορθολογικότητες με ιστορική
πάντοτε βάση και αναφορά είναι δυνατό να ωθήσουν σε αναγκαίες ανασυγκροτήσεις,
σε ξεπεράσματα. Μόνο του το κίνημα για παράδειγμα, των Κίτρινων γιλέκων, απέναντι στο σύστημα, όσο σημαντικό, ακόμη
και παραδειγματικό και αν ήταν, δεν κατόρθωσε πολλά πράγματα γιατί ακριβώς
παρέμεινε μόνο. Η ιστορική πείρα των κινημάτων δείχνει ότι είναι αναγκαίες και
επιβαλλόμενες οι συνθέσεις, οι ανασυνθέσεις και οι ανασυγκροτήσεις, με ιστορικό
βάθος, και βέβαια με ευρύτερες συνδέσεις και αναφορές. Έτσι και με την επιστράτευση της
ιστορίας του κινήματος, της τέχνης, της κουλτούρας και του πολιτισμού,
διευρύνοντας το πεδίο όπως ήθελε ο Γκολντμάν, ως αναγκαία προϋπόθεση για την
άρθρωση – συγκρότηση ενός νέου κριτικού λόγου, με στόχο πάντοτε το ξεπέρασμα
του συστήματος, και τουλάχιστον την επιβολή μιας νέας ηθικής της πράξης και δια
της πράξης, από τα πιο απλά και καθημερινά, με επίκεντρο την απο-αλλοτρίωση,
αποκτά πλέον συγκεκριμένη υπόσταση η Νέα κριτική θεωρία και πράξη. Αυτό είναι και
το πρόταγμά της. Με ιστορικές αναφορές μέχρι τον Όμηρο και τον Ησίοδο, σε όλα
τα κοινωνικά και απελευθερωτικά κινήματα της ανθρωπότητας, σε όλες τις
απελευθερωτικές πρακτικές που αναδείχθηκαν και διήρκεσαν για κάποιο καιρό. Αν
δεν αλλάξει δομικά η κυρίαρχη οικονομικά πρώτιστα ληστρική οικονομική
ορθολογικότητα με την ανάδειξη και επιβολή νέων οικονομικών, και όχι μόνον,
ορθολογικοτήτων, δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει το παραμικρό βήμα χειραφέτησης
και απελευθέρωσης του ανθρώπου. Όλα για τον άνθρωπο, για τις ανάγκες του, για
μια καλύτερη και ανθρωπινότερη ζωή. Ο άνθρωπος δεν πέθανε. Τον πέθαναν. Πρέπει
να αναστηθεί και να γίνει ο μόνος ρυθμιστής, ο μόνος που αποφασίζει ορθολογικά,
ανθρώπινα – ανθρωπιστικά. Ο άνθρωπος15 και ο συνάνθρωπος, σε απόλυτη – αντίθεση
στο νεοαντιδραστικό ρεύμα αντι-άννθρωπος, ήταν και είναι στο επίκεντρο της Νέας κριτικής
θεωρίας και πράξης, της νέας αναγκαίας απελευθερωτικής συστηματικής πρακτικής, δημιουργώντας συνέχεια νέες και κριτικές καταστάσεις.
ΙΧ
Νέα κριτική θεωρία και πράξη:
Νέα
ηθική της δημιουργίας, της ζωής, της κοινωνίας γενικότερα.
Επικαιροποίηση
των νεώτερων απελευθερωτικών προταγμάτων:
-
Στο κέντρο άνθρωπος
-
Όχι
απολυτότητες
-
Θεωρητικοποίηση της ελεύθερης δημιουργικότητας
-
Ριζική ανασυγκρότηση της Κ.Δ.Ε.
-
Ανάπτυξη με ανθρώπινο χαρακτήρα
-
Ανάδειξη σε κεντρική πρωταρχικά την
τέχνη, την κουλτούρα και γενικότερα τον πολιτισμό
-
Διαφάνεια παντού, κοινωνικός έλεγχος,
αυτονομία, αυτοκαθορισμός
-
Συνοχή, συνεκτικότητα, διαλεκτικά
μοντέλα διακυβέρνησης με ανθρωποκεντρικό πάντα χαρακτήρα
-
Αυτοδιαχείρηση, αυτονομία, διαρκής
έλεγχος- συμμετοχή της βάσης
-
Διαρκής ελεύθερος συμποσιασμός
-
Δημιουργία, θεσμοθέτηση όχι της Πολιτείας,
αλλά Πολιτειών
Και ως κεντρικό πρόταγμα:
Διαρκής συνειδητός κοινωνικός
μετασχηματισμός του ανθρώπου στο επίκεντρο της όλης κοινωνικοπολιτικής
πρακτικής στο γίγνεσθαί της. Μόνον έτσι ίσως καταφέρουμε να βγούμε από τα βάθη
της σπηλιάς της Πολιτείας του
Πλάτωνα.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1*. Όπως είναι γνωστό, ο Πουλαντζάς υπό
το βάρος των κριτικών που του είχαν γίνει διεθνώς και ειδικότερα της κριτικής
του αλτουσεριανισμού από τον Α. Λεφέβρ (βλ. μεταξύ άλλων το κείμενό του L’ idéologie structuraliste, Points) άρχισε να διαφοροποιείται και να
μιλά για αριστερό Ευρωκομμουνισμό. Σε κάθε περίπτωση η ιστορική ανάλυσή του στο
Les classes sociales...,
Points,
δεν χάνει την αξία της, καθώς δεν ταίριαζε
γενικότερα και με τα ιδεολογήματα του ευρωκομμουνισμού.
2*. Στο σύλλογο Δ. Γληνός έκανα μια
εισήγηση στα πλαίσια ενός στρογγυλού τραπεζιού που οργανώσαμε με άλλους φίλους,
για την νέα και ρηξικέλευθη θεώρηση, που είχε εισηγηθεί ο Γκορζ με αυτό το
ιστορικό βιβλίο του. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να γράψω το κείμενο.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Εκδ. Points.
2.
Εκδ. Αναγνωστίδης.
3. Εκδ. Γκοβόστης.
4. Εκδ. Περιοδικό, ΕΝΑ, ΔΥΟ, ΤΡΙΑ.
5. Βλ. Β. Φιοραβάντες, Ιδεολογική κριτική και αισθητική, Praxis.
6. Βλ. Th. Adorno, Théorie
esthétique, Klincksieck.
7. Βλ. Th. Adorno, Dialectique
négative, Payot.
8. Βλ. Β. Φιοραβάντες. Εισαγωγή στην αισθητική, Παρουσία και Κριτική θεωρία της μοντέρνας τέχνης, Επίκεντρο.
9.
Βλ. Β. Φιοραβάντες, Θεωρία
πολιτισμού, Ψηφίδα, τ. ΙΙ
10. Εκδ. Galilée.
11. Βλ. J. Habermas, Le
Discours philosophique de la modernité, Gallimard, Théorie de l’argi communicationnel, Fayard, τ. ΙΙ.
12. Δίνω έμφαση στη θέση αυτή του Σατλέ, απόρροια
της προσωπικής ανάγνωσης, θεωρητικοποίησης, στράτευσής του. Η σχέση μου μαζί του ήταν άμεση, ζωντανή και
κυριολεκτικά συγκλονιστική.
13. Βλ. J. Habermas, Le
Discovrs philosophique de la modernité, Gallimard.
14. Βλ. J. Habermas, Théorie
et praxis, Payot, τ. 2.
15.
Bλ.
Μεταξύ άλλων, Ε. Φρομ, Η εικόνα του
ανθρώπου στον Μαρξ, Μπουκουμάνης, Κ. Παπαϊωάννου, Από τον Αρχαιοελληνικό στον Ευρωπαϊκό Ουμανισμό, εκδ. ΠΑΠΕΙ, τα
συλ. Βιβλία, Νέα ανθρωπολογία και
μοντέρνα τέχνη, Ζήτη (ΕΠ. ΕΠ. Β.Φ.), Προς
τη Νέα ανθρωπολογία, Αρμός (ΕΠ.ΕΠ. Β.Φ.) και το βιβλίο μας, Η εποχή της καθορισμένης άρνησης, Αρμός.
*[1] Ένα μέρος του κειμένου αυτού δημοσιεύτηκε στην
ΕΔΦΣΥΝ – Νησίδες 705, 23-24/5/2026, σ. 39.
Β. ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕΣ
ΝΕΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ: ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΕΙΣ
ΧΑΜΠΕΡΜΑΣ: Η
ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΑΝΑΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ
Στη συνέχεια της κριτικής-γνωσιακής στροφής
του Χάμπερμας, και ιδίως της εισαγωγής και του πρώτου κεφαλαίου της ιστορικής
σημασίας βιβλίου του, Connaissance et intèrêt1,
μπήκα σε μια διαδικασία ανασύνθεσης –
ανασυγκρότησης (όπως έλεγε και ο Χάμπερμας πολύ συχνά) του όλου μοντέλου, με
στόχο τη δημιουργία ενός νέου κριτικού γνωσιακού – επιστημολογικού –
μεθοδολογικού μοντέλου: Η νέα, η Σύγχρονη, κριτική θεωρία, η οποία θα είναι πριν και πάνω
από όλα διαμορφωμένη πάνω σε αυτές τις νέες βάσεις. Η νέα εποχή που έχουμε μπει
από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν πλέον το κίνημα του Μάη είχε
ουσιαστικά τελειώσει, κυριαρχείται ένα δομικό αδιέξοδο, από μια βαθειά και
συνεχή αμφισβήτηση, από μια κρίση αναφορών χωρίς προηγούμενο. Όλες οι πρώην
βασικές ιδεολογικές αρχές και παραδοχές, βασικές θέσεις (presuposés de base) είναι απόλυτη ανάγκη να
επαναπροσδιοριστούν. Η ιδεολογική μάλιστα αυτή κριτική στη συνέχεια δυσχεραίνεται
υπό την αρνητική επήρεια του μεταμοντερνισμού.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η όλη μεθοδική
ανασυγκρότηση που πρέπει να αποπειραθεί δεν μπορεί παρά να αρχίσει και να
στηριχθεί σε ένα απροσπέλαστο καταφύγιο: Η γνωστική – γνωσιακή σημασία της
ιστορικής θεωρίας του νεαρού Μαρξ για την αλλοτρίωση και του αναγκαίου και
επιβαλλόμενου ξεπεράσματός της δια της
πράξης (: Η 11η θέση για τον Φόϋερμπαχ).
Από την άλλη, βασική διάσταση της όλης αυτής
προσπάθειας στον παγκοσμιοποιημένο πλέον καπιταλισμό θα είναι η ξεχασμένη χεγκελιανή
διαλεκτική, Aufheben-Aufheboung, διαβασμένη νεομαρξικά (νεαρός
Μαρξ), και βέβαια πάντα η σύνθεση της θεωρίας της αλλοτρίωσης του νεαρού Μαρξ
με τη θεωρία του γέρου Μαρξ για την κοινωνική διαίρεση της εργασίας,
επικαιροποιημένη, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική πείρα, την πείρα του κινήματος2 και των επαναστάσεων
που έγιναν όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και τις νέες θεωρητικοποιήσεις γενικότερα,
αλλά πρώτιστα των δύο αυτών θεμάτων πάντα συνθετικά.
Υπάρχουν πολλές κριτικές θεωρητικοποιήσεις που
προχώρησαν τη θεωρητική σκέψη, αλλά λίγες είναι οι συνθετικές. Κρατώντας ως
παρακαταθήκη την προτροπή του Σατλέ (παρά και σε αντίθεση τη μεταμοντέρνα και
γενικότερα την ισχυρή αποδομητική τάση των
μέσων της δεκαετίας 1980 για εγκατάλειψη των μεγάλων αφηγήσεων και την προτροπή
του μεταμοντερνισμού μόνο για
μικροαφηγήσεις), για την ανάγκη νέων πάντοτε συνθέσεων, λειτούργησα όσο πιο
συνθετικά μπορούσα: Πολλές φορές με διακριτικό τρόπο, πάντοτε αντιθετικά απέναντι στους νεοαντιδραστικούς
νιτσο-χαϊντεγγεριανούς, αλλά και πάντα συνθεσιακά-συνθετικά, και μάλιστα από
ένα σημείο και μετά με αιχμή το πολιτισμικό.
Η μεταμοντέρνα ισχυρή τάση στα μέσα της
δεκαετίας του 1980 περί αναγκαίας εγκατάλειψης των νεκρών υποτίθεται πλέον μεγάλων
αφηγήσεων (grands récits) και η ώθηση για
μικρο-αφηγήσεις ήταν τέτοια που αποθάρρυνε την όποια σοβαρή ερευνητική και
θεωρητική προσπάθεια. Παρόλα αυτά εγώ αντιστάθηκα ολικά και καθορισμένα μέσα σε
συνθήκες τρομερής γενικότερης τότε απογοήτευσης και με τις κατάλληλες
αναπροσαρμογές και ανασυγκροτήσεις κατόρθωσα και με την ενθάρρυνση αρκετών
φίλων3 διστακτικά στην αρχή να αρχίσω την περιπέτεια
της Νέας κριτικής θεωρίας και πράξης, με πολύ εντατική, συστηματική, επίμονη,
συνεχή ερευνητική και θεωρητική εργασία. Η επιμονή του αγαπητού Σατλέ μάλλον
έπιασε τόπο. Έτσι προτάξαμε στην όλη κριτική προσπάθειά μας ανασυγκρότηση την
αρχή, όπως θα έλεγε και ο Μαρκουζε, της ενδεχομενικότητας4 η οποία πλέον έγινε μια κύρια μεθοδολογική
αρχή, τάση. Με βάση και την επισήμανση αργότερα του Πριγκοζίν5 για το τέλος των βεβαιοτήτων, προχώρησα
με μεγαλύτερη πεποίθηση στη συγκρότηση μιας
νέας ανοιχτής και συγχρόνως δυναμικής μεθοδολογικής αρχής, που αποσκοπούσε,
αλλά και δημιουργούσε νέες μεθοδολογικές – αναλυτικές και κριτικές –
δυνατότητες σε παράταξη. Οπότε με συνεχή μικρά αυτόνομα – λιγότερο ή
περισσότερο – θεωρητικά βήματα, δημιούργησα μια μεγάλη σύνθεση, με καθολική την
ισχύ της κοινωνικής διάστασης της θεωρίας και της σκέψης σε όλα τα επίπεδα, σε
όλους τους τομείς: καθολικά, ολικά.
Το πολιτισμικό είναι το νέον όλον, με τις
αντιθέσεις, τις αντινομίες, τις αβεβαιότητές του, αλλά και με τις ιστορικές
κατακτήσεις των πρωτοποριών. Πρόκειται για μια ιστορικοκοινωνική και
πολιτισμική εξαίρεση, για να παραφράσω γάλλους θεωρητικούς της ιδέας της
πολιτισμικής εξαίρεσης6
των μέσων της δεκαετίας του 1990 (éxception culturelle), για μια ιστορική
μοναδικότητα καθώς προσπάθησα να ανασυγκροτήσω την αντίληψη για τον πολιτισμό με όρους
μοντερνισμού, καινοτομίας, αλλά και ιδεολογικής – πολιτισμικής, και όχι μόνον, ηγεμονίας,
για να παραφράσω τον Γκράμσι.
Έτσι μελετώντας συνεχώς το πολιτισμικό, στη
συνέχεια πάντοτε και των Αντονιόνι, Βισκόντι, Παζολίνι, Μπερτολούτσι και το
ιστορικό – πολιτισμικό εποικοδόμημα, μελετούσα ουσιαστικά και έμμεσα, αλλά
πολλές φορές και άμεσα το πολιτικό, το κοινωνικό, το ιδεολογικό στο γίγνεσθαί
τους και στο γίγνεσθαι της σύγχρονης κοινωνίας. Από όταν όμως άρχισε να
κυριαρχεί η παγκοσμιοποίηση εισηγήθηκα την πλήρη ανασυγκρότηση του μοντέλου:
Νέα ανθρωπολογία και τέχνη, αλλά κυρίως σε μια πιο διευρυμένη μορφή, Νέα κριτική θεωρία και πράξη…
Ο Χάμπερμας ήταν πάντα παρών σε όλη αυτή τη
διαδικασία ανασυγκρότησης, όπως έλεγε, αλλά περισσότερο ανασύνθεσης - ανασυνθέσεων και θεωρητικών μεταλλαγών, με
επίκεντρο την πράξη, που τελευταία την είχε ξεχάσει λίγο, αν και είχε εκδώσει ένα μεγάλο
δίτομο έργο, με τίτλο Θεωρία και πράξη7.
ΣΑΤΛΕ: Η ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΣΥΝΘΕΣΗ
Από την άλλη, έπρεπε πάση θυσία, ακόμη και
μέσω μιας αφοριστικής ή σχετικά αφοριστικής γραφής, ν’αποφύγω τις μακρόσυρτες θεωρητικές αναπτύξεις,
καθόσον πάντοτε υπήρχε η περίπτωση να χάσω το καθοδηγητικό νήμα. Βασική πάντοτε θέση: ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα, που παρά
τις αλλαγές, τις τροποποιήσεις, τις μεταρρυθμίσεις, τις υποχωρήσεις του, πρέπει
οπωσδήποτε να ξεπεραστεί.
Η αλλοτρίωση δεν αλλάζει, ούτε
μεταρρυθμίζεται, ούτε τροποποιείται. Τίποτα. Ειδικά δε όσο κυριαρχεί η ακραία
κοινωνική διαίρεση της εργασίας του ύστερου και ακόμη περισσότερο του
παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.
Προς αυτό το συμπέρασμα κατέτεινε και η
ιστορική και η νεώτερη πρωτοπορία, η συγκλονιστική από κάθε άποψη ολική ρήξη
της με το σύστημα, και το ίδιο η ολική επανάστασή της. Ακόμη περισσότερο: η
εξέγερση της πρωτοπορίας εναντίον της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας και της
αλλοτρίωσης σε όλες τις μορφές της, μέσω της πρωτοπόρας αισθητοκαλλιτεχνικής
πρακτικής της και συγχρόνως με βάση το περιεχόμενο των μορφών της, και ιδίως των
πιο προχωρημένων, δεν επιτρέπει καμία αμφιβολία, καμία δεύτερη σκέψη.
Για το λόγο αυτό, με βάση και τη γενικότερη
ιστορικο-κοινωνική συνειδητοποίηση (με την έννοια του Ιστορία και ταξική συνείδηση8 του νεαρού Λούκατς) που εισάγει και
καλλιεργεί η πρωτοπορία, και ως ένα πολύ σημαντικό βαθμό κατακτάει, δεν υπάρχει
χώρος για πολλές θεωρητικολογίες, ανασυγκροτήσεις κ.τ.λ.
Κάθε κείμενό μας, κάθε εισήγησή μας κ.α. επιβάλλεται να κατατείνει προς αυτό το
συμπέρασμα. Πρέπει η όλη θεωρητικοποίησή μας, όπως έλεγε και ο Σατλέ, να
αντιπαλεύει τις διάφορες ψευδαισθήσεις (τα faux semblents), να αντιβαίνει στην
τρέχουσα αντίληψη-πρόσληψη-ιδεοληψία, και να είναι καθαρή και σαφής (claire et nette): Όχι αμφησιμίες (ambiguités) και όχι
αμφιταλαντεύσεις ή αμφιβολίες μεταφυσικού - μεταμοντέρνου ή άλλου χαρακτήρα.
Ο Σατλέ είχε καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα –
θέση – πρακτική, όχι μόνο με βάση την άμεση γνώση του νεώτερου κινήματος και
λόγω της στράτευσής του, αλλά και έχοντας μελετήσει συστηματικά το πέρασμα από
τον πυθαγορισμό και τους σοφιστές στον Σωκράτη και ιδίως στον Πλάτωνα. Όμως μέσω των διαδοχικών –ιστορικών κατά τα άλλα –
θεωρητικοποιήσεων – κατακτήσεων κάπου χάθηκε το καθοδηγητικό απελευθερωτικό
νήμα της σωκρατικής φιλοσοφίας – αμφιβολίας – απορητικής. Για το λόγο αυτό ο
Σατλέ ζητούσε εναγώνεια τη διατήρηση της
έρευνας και της θεωρητικοποίησης στο πεδίο της πράξης – πρακτικής, αναζητώντας
πάντοτε το ξεπέρασμα, την αμφισβήτηση, την αυτονόμηση, αν όχι την ανατροπή… Το
ίδιο ως ένα βαθμό επαναλήφθηκε και στην περίπτωση του περάσματος από τον Χέγκελ
στον νεαρό Μαρξ, που επίσης είχε μελετήσει ο Σατλέ.
Ο Σατλέ ήταν πάντοτε ενάντια στις υποτιθέμενες
μεταμοντέρνες αμφιβολίες και παρέμεινε
προσηλωμένος στην κριτική προσέγγιση του σύγχρονου, του αλλοτριωμένου
πραγματικού, με μόνο στόχο τη μελέτη του, υπό την οπτική της αλλαγής του. Την
ίδια πρακτική και προσγειωμένη αντίληψη, θέση, μεθοδολογία ακολούθησα και εγώ
μέχρι τέλος, επιστρατεύοντας, ενοποιώντας, συνθετοποιώντας και τη στάση της
πρωτοπορίας, την οποία επικροτούσε απόλυτα ο Σατλέ, αν και δεν ήταν μεγάλος
γνώστης της.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ-ΣΑΤΛΕ: ΜΟΝΙΜΟΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΙΕΣ
Ο Σατλέ κράτησε όρθια τη μόνιμη τάση
αμφισβήτησης – αμφιβολίας – απορίας του Σωκράτη, συγχρόνως με την ανυπέρβλητη
ηθική στάση του, η οποία προκαθόριζε όλη τη θεωρητική πρακτική του. Η
μοναδική αυτή ιδιομορφία του περάσματος
της θεωρίας στη φιλοσοφία με τον
Πλάτωνα, διήρκησε μέχρι τους τρεις
πρώτους τόμους της Πολιτείας9, αποκτώντας μάλιστα
και κοινωνική διάσταση. Η σωκρατική απορία, με την αντίστοιχη πάντοτε ηθική
στάση, υπαρκτή ή υπό ανεύρεση, συνδέεται πλέον με την τότε κοινωνική διαίρεση της
εργασίας. Είναι μια νέα ιδέα που διαπερνά και καθορίζει τους τρεις πρώτους
τόμους της Πολιτεία10, και που με υπόβαθρο
την εγγενή τάση της κοινωνίας προς την αλλοτρίωση και την ορθολογικοποίηση από
τότε παραμένει υφέρπουσα μέχρι τα Χειρόγραφα11 και τον τέταρτο τόμο
του Κεφαλαίου12 που σχεδίαζε ο Μαρξ.
Από τον τέταρτο τόμο της Πολιτείας13,
ο Πλάτωνας γίνεται πλέον φιλόσοφος, λογικο-φιλόσοφος, επιστήμονας – ερευνητής,
παίρνοντας απόσταση από την κοινωνία, από το κοινωνικό-ηθικό πρόβλημα, όπως θα λέγαμε καλύτερα. Όλη η ιστορία της
φιλοσοφίας μέχρι το Εβραϊκό ζήτημα14, την Κριτική της φιλοσοφίας του δικαίου του
Χέγκελ15 τα Χειρόγραφα16 και τη Γερμανική ιδεολογία17, του Μαρξ, χωρίς να ξεχνούμε και την Αγία οικογένεια18 ήταν μια ιστορία μυστικοποίησης – ιδεαλιστικοποίησης του
κοινωνικού πίσω και μέσα από διάφορες περίτεχνες θεωρίες και πολλές φορές μέσω
λιγότερο ή περισσότερο πολύπλοκων λογικών σχημάτων. Μονες εξαιρέσεις ο
Επίκουρος και ο επικουρισμός, οι Σκεπτικοί και οι Κυνικοί, όπως είχε επισημάνει
και ο νεαρός Μαρξ, αλλά χάθηκε το εξαιρετικά σημαντικό χειρόγραφό του.
Η Νέα κριτική θεωρία και πράξη προσπαθεί ν’ανασυγκροτήσει το όλο μοντέλο, με θεμελιακή
θέση τη μη εγκατάλειψη ποτέ της
κοινωνικής διάστασης της σκέψης, και η ηθική δικαίωση του ανθρώπου θα γίνει
μόνο κοινωνική – οργανισιακή με νέες διαφανείς και αυτοδιαχειριζόμενες – δεν
υπάρχει καλύτερη λέξη – βάσεις δια της
πράξης. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Αυτό είναι το συμπέρασμα – πρόταγμα, όχι μόνο
της ιστορικής ενασχόλησης του Σατλέ με τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα σε μια εποχή
κρίσης του μαρξισμού, όπως αποκαλούνταν τότε, αλλά και της Théorie et Praxis19 του
Χάμπερμας20,
ο οποίος προχωρά την όλη έρευνα, με βάση τις νεότερες τότε μελέτες του
τεϋλορικο-φορντικού αυταρχικού μονοπωλιακού και του ύστερου στη συνέχεια καπιταλισμού, με βάση και
την κριτική21
από τον Μαρκούζε του αλλοτριωτικού τεχνολογισμού.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.
Εκδ. Gallimard, μ.σ. TEL.
2.
Σημαντική εισφορά είχε και η γνώση μου των κειμένων του κινήματος των
οργανώσεων κ.τ.λ., και ιδίως των κειμένων του Α. Γκορζ και του Ρ. Βανεγκέμ.
3.
Εκείνη την πρώτη περίοδο της ουσιαστικά εντελώς νέας θεωρητικοποίησής
μου, βρήκα άξιους συμπαραστάτες, εκτός από τον Ρεβώ ντ’ Αλλόν, και τους Σπ.
Δαμιανάκο, Βεργόπουλο, Μπαγιόνα, Μπ. Λυκούδη, Πάμπλο, Παγουλάτο, Δεζικιρίκη, Πρέβε
(πριν αλλάξει στρατόπεδο), και ως ένα βαθμό και τον Μαρκή. Μετά άλλαξε και αυτός,
αλλά λίγο μετά βρήκα τον Σταυρόπουλο και τον Παπαδάκη, οι οποίοι μάλιστα ήταν πολύ
ένθερμοι. Ο Σατλέ μας είχε εγκαταλείψει δυστυχώς πολύ γρήγορα…
4. Αντιπαρέβαλα την αρχή αυτή
στη θέση του Σατλέ περί ενδεχομενικότητας (contigence) της αλήθειας όπως την
είχε παρουσιάσει και με τον Λεφέβρ
σε ένα μικρό βιβλίο τους, υπο την
επήρεια της βίωσης της σοβαρής κρίσης του γαλλικού και όχι μόνον μαρξισμού, εγώ
πιο φρανκφουρτιανός και πάντα νεο-μαρξικά σκεπτόμενος, και βέβαια υπό την
ισχυρή επήρεια του Connaissance et intérêt του Χάμπερμας τότε. Έτσι νομίζω ότι άρθρωσα
σιγά-σιγά έναν νέο κριτικό λόγο, αρκετά φρανκφουρτιανικό μεν, αλλά έγκυρο και συνεκτικό, όπως ήθελε και ο
Γκολντμάν. Με άλλα λόγια βγήκα έτσι από το σημαντικό αγνωστικιστικό αδιέξοδο
του νεο-νομιναλισμού του Σατλέ.
5. Βλ.
Ι.
Prigosin, Fin de certitudes, Seuil.
6. Βλ.
μεταξύ άλλων,
J. Rigaud, L’ éxception culturelle, Grasset.
7. (Payot, 2006).
8. Εκδ. Οδυσσέας.
9. Εκδ. ΤΟ ΒΗΜΑ.
10. Ib.
11. Εκδ. Δ. Βιβλιοθήκη.
12. Εκδ. Σκουριώτη.
13. Εκδ. σημ. 1.
14. Εκδ. Γκοβόστη.
15. Εκδ. Αναγνωστίδης.
16. Εκδ. Δ. Βιβλιοθήκη.
17. Εκδ. Γκούτεμπεργκ.
18. Εκδ. Θεμέλιο.
19. Εκδ. Payot.
20. Βλ.
και
J. Habermas, Textes et contextes,
Cerf.
21. Βλ. J. Habermas, Prοfils philosophiques et
politiques, Gallimard.
Β. ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕΣ
Η
ΔΙΑΡΚΗΣ ΚΡΙΣΗ…
Ι
Μετά την υποστήριξη του Διδακτορικού, κινούμαι
συγχρόνως σε περισσότερα επίπεδα. Συνεχίζω και ολοκληρώνω την έκδοση του Ιδεολογική κριτική και αισθητική1, αφού ξεπέρασα το σοκ του θανάτου του Σατλέ. Εξάλλου
τα περισσότερα κείμενά μου εκείνης της περιόδου έχουν άμεσα τη σφραγίδα των
διαλόγων μου με τον Σατλέ, ενώ η παρουσία του δεν έπαψε να υπάρχει μέχρι σήμερα.
Στη συνέχεια αρχίζω μια έρευνα-μελέτη του μεταμοντερνισμού
στην τέχνη, την ιδεολογία κ.τ.λ., με βάση τα σεμινάρια δύο ετών (1983-85) που
είχε οργανώσει ο Ρεβώ ντ’ Αλλόν στη Σορβόννη για αυτό το θέμα. Συντάσσω ένα
αρκετά μεγάλο κείμενο, και αποσαφηνίζω πως έχει το θέμα, υπό την επήρεια της
κριτικής του Χάμπερμας του μεταμοντερνισμού. (Το κείμενο αυτό μεταφρασμένo στα ελληνικά το δημοσιεύω πολύ αργότερα στα blog μας). Συγκεντρώνω νέο υλικό για μια νέα
μελέτη – κριτική του μεταμοντερνισμού. Το κείμενο αυτό το συντάσσω αργότερα,
αφού είχε γίνει ένα συνέδριο με τίτλο “Μοντέρνο-Μεταμοντέρνο” στο Γαλλικό Ινστιτούτο
της Αθήνας, από μια κρυφομοντέρνα πρώην
φοιτήτρια του Ρεβώ ντ’ Αλλόν, και στο οποίο παρεμβαίνω κριτικά πολλές φορές,
όπως και ο Παγουλάτος (θα επανέλθουμε στο θέμα).
Συγχρόνως αρχίζω μια συστηματικότερη μελέτη
της μοντέρνας τέχνης, με αιχμή αρχικά και την όσο πιο συστηματική μελέτη
μπορούσα του έργου του Τζιακομέττι, σε συνεννόηση με τον Ρεβώ ντ’ Αλλόν, υπό
την οπτική της πιθανής οργάνωσης μίας ειδικής έκδοσης της Αισθητικής επιθεώρησης που ο δάσκαλος εξέδιδε στη γαλλική2.
Η έρευνα αυτή καταλήγει μετά από μεγάλη
προσπάθεια στην έκδοση του μικρού βιβλίου μου αρχικά για τον Τζιακομέττι, το
οποίο είχε αρκετή επιτυχία. Στη συνέχεια γίνεται μια νέα έκδοση και κατά πολύ
πιο διευρυμένη από τον Παπαζήση, με έντονο το αντορνικό αρνητικό αισθητικό
πνεύμα, που ταίριαζε απόλυτα στον βαθύ,
τον ολικό αρνητισμό του Τζιακομέττι3.
Λίγο μετά την υποστήριξη του διδακτορικού
είχα την ευκαιρία να κάνω μια εισήγηση για τον Σκλάβο στο Ε΄ Πανιόνιο συνέδριο
στο Αργοστόλι, με θέμα, «Ο Σκλάβος, τα Επτάνησα, ο Μοντερνισμός», με την οποία
επεκτείνω την όλη προβληματική μου και προς την τοποθέτηση του Σκλάβου σε σχέση
με τα Επτάνησα και το μοντερνισμό, υπό την επήρεια ενός σχετικού άρθρου του
Παγουλάτου για τον μοντερνισμό του Σολωμού, αλλά και να εκθέσω γενικότερα το
θέμα. Τότε ο Σκλάβος συνιστά τη βάση της κριτικής μου του μεταμοντερνισμού.
(Στη συνέχεια συμπληρώνω το κείμενο αυτό, και πλέον αποτέλεσε το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου
μου για τον Σκλάβο σε όλες τις εκδόσεις του. Ήταν εντελώς μέσα στο πνεύμα του,
συγχρόνως επεκτείνοντας και διευρύνοντας
τον προβληματισμό του προς νέες θεματικές, με κύρια την κριτική του
μεταμοντερνισμού με βασική αναφορά τον μοντερνισμό του Σκλάβου, ή τον σκλαβικό
βαθύ μοντερνισμό).
Με την εκδήλωση-παρουσίαση που οργάνωσε η
Ε.ΠΟ.Σ. λίγο μετά του Ιδεολογική κριτική
και αισθητική4
στο Σπίτι της Κύπρου, με τη συμμετοχή των Παγουλάτου και Πάμπλο, με θέμα
«Σύγχρονα κινήματα κριτικής», καταλήγω σε δύο συμπεράσματα:
α) Είναι απόλυτη ανάγκη να αναδείξουμε
συστηματικότερα τα κινήματα της μοντέρνας τέχνης στη διαλεκτική τους με τα
κοινωνικά κινήματα, και
β) Σύμφωνα με τη διαπίστωση-προτροπή του
Πάμπλο, ο οποίος είχε μελετήσει συστηματικά το βιβλίο μου, ήταν αναγκαίο να
συνεχίσω την όλη έρευνά μου στον χώρο της κοινωνιολογίας της τέχνης και της
κουλτούρας. Ο Πάμπλο μάλιστα επέμεινε, και μάλιστα πήρε αρκετές πρωτοβουλίες
για να με ενθαρρύνει και γενικότερα να με υποστηρίξει. Αμέσως μετά οργανώσαμε
πάλι με την Ε.ΠΟ.Σ. 3 στρογγυλά τραπέζια. Δύο για την κριτική του
μεταμοντερνισμού, με τη συμμετοχή του Παγουλάτου και ένα για να παρουσιάσουμε
κριτικά την κατάσταση στην πρώην ΕΣΣΔ στην εποχή του Γέλτσιν, με τη συμμετοχή
του Παγουλάτου και του Πάμπλο. Σε αυτό το στρογγυλό τραπέζι ο Παγουλάτος
παρουσίασε την έρευνά του μιας ζωής για τον ρώσικο φουτουρισμό, ενώ εγώ παρουσίασα
μερικά στοιχεία κριτικής της γραφειοκρατίας1*, σύμφωνα με την ιστορική προσέγγιση του
Γκολντμάν, ενταγμένη μέσα στο γενικότερο πνεύμα της φιλοσοφίας της πράξης της
εποχής. Ο Πάμπλο προσπαθούσε εναγώνεια να εντοπίσει και να στηρίξει τις
δυνατότητες μιας πιθανής ριζοσπαστικής κοινωνικής αλλαγής, σύμφωνα και με τη
θεωρητικοποίηση της ομάδας του Καργκαλίνσκυ.
Στη συνέχεια οργανώσαμε στο Παρίσι τρία
στρογγυλά τραπέζια για την ιδεολογία, επεκτείνοντας και συστηματοποιώντας έτσι
την όλη κριτική προσέγγισή μας προς την κατεύθυνση, όπως θα αποκαλέσω το θέμα
στη συνέχεια, «Αντι-ιδεολογικές
διαμεσολαβήσεις»5,
ανοίγοντας έτσι ένα νέο και σημαντικό κεφάλαιο της αδογμάτιστης Νέας κριτικής
θεωρίας και πράξης υπό σύλληψη, συγκρότηση. Από μια άποψη δε ήταν καθοριστική και
για τη νέα γενικότερα θεωρητικοποίηση που διαμόρφωνα τότε, η εισήγησή μου στο
συνέδριο στα Χανιά, «Σοσιαλισμός και
δημοκρατία» με θέμα, «Ο Σοσιαλισμός ως διαδικασία και ως ρήξη6», με επίκεντρο την
έννοια της αλλοτρίωσης, και ειδικότερα την όλη θεωρητικοποίηση του Μαρκούζε. Στη
συνέχεια, όταν επέστρεψα στην Ελλάδα για να αρχίσω τη διδασκαλία στο Πολυτεχνείο
Κρήτης, οργανώσαμε μια ημερίδα με την Ε.ΠΟ.Σ., με τη συμμετοχή του Παγουλάτου,
του Μπαγιόνα κ.α., με θέμα «Επανάσταση και τέχνη». Σε αυτή την εισήγηση7 η νέα κριτική
προσέγγιση συγκροτείται πλέον αυτόνομα, καθώς
έχει προηγηθεί, όπως προανέφερα, και με
τις εισηγήσεις μου στο συνέδριο «Σοσιαλισμός και δημοκρατία» στα Χανιά, στο
Συμπόσιο «Κουλτούρα και τεχνολογία8», που οργάνωσα αμέσως μετά στο Πολυτεχνείο Κρήτης, και για τον Πουλαντζά9 σε ένα συνέδριο στη
Φιλοσοφική Ιωαννίνων, που ακολούθησε αμέσως. Έτσι θέτω τις βάσεις της Νέας κριτικής θεωρίας και
πράξης, πάντοτε κριτική, αδογμάτιστη, ανοιχτή, πολυεπίπεδη.
Αμέσως μετά συστηματοποιώ πιο πολύ την έρευνά
μου, έχοντας τελειώσει την κριτική μου για τον μεταμοντερνισμό: «Μεταμοντερνισμός
και μεταμοντερνισμός, ή προς μια κριτική του μεταμοντερνισμού10», που δημοσιεύτηκε
στις Θέσεις, προκαλώντας μεγάλη
αίσθηση στο χώρο του κινήματος. Εν τω
μεταξύ δημοσιεύω κείμενα σε περιοδικά, ένα μικρό κείμενο11 στο ΒΗΜΑ, που
προκάλεσε μεγάλη αίσθηση για τη ρηξικέλευθη κριτική του στρουκτουραλισμού και
του μεταστρουκτουραλισμού, και ένα κείμενο ριζοσπαστικής κριτικής του
μεταμοντερνισμού στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία,
με τίτλο, «Ο μεταμοντερνισμός δεν είναι
πια μοντέρνος12».
Από τον Σκλάβο ανοίχθηκα πλέον σε πολλά
θέματα, αναζητώντας την ολότητα, χωρίς όμως προκατασκευασμένες θέσεις. Από την
άλλη,προσπαθώ να συγκροτήσω τη μεθοδική ολότητα, νεολουκατσικής πάντοτε
έμνευσης στις νέες άκρως αλλοτριωτικές συνθήκες της διαρκούς και υφέρπουσας
κρίσης. Έτσι με τη διδασκαλία μου στο Πολυτεχνείο2* Κρήτης επεκτείνω και
συστηματοποιώ την έρευνά μου στον χώρο της κοινωνιολογίας και τη φιλοσοφία της τέχνης, της
κουλτούρας και του πολιτισμού, φθάνοντας έτσι σε μια νέα σύγχρονη διεπιστημονική-προσέγγιση,
χωρίς ιεραρχήσεις των σχέσεων της κοινωνίας, της τέχνης, της κουλτούρας, της
ιδεολογίας κ.τ.λ.
Η έρευνα αυτή έμεινε ημιτελής, έχοντας ακόμη πολλές
και σημαντικές σημειώσεις από τα μαθήματα, ενώ συγχρόνως έφθασα στην έννοια της κριτικής
διεπιστημονικότητας, θεωρητικοποίηση κρίσιμης, κομβικής σημασίας, και την οποία
ολοκλήρωσα πολύ αργότερα, και την ανάρτησα στα blog μας. Συγχρόνως και με τη διδασκαλία μου τότε
του μαθήματος Ιστορία της τέχνης στο
Κολλέγιο Γραφικών τεχνών επεκτείνω συστηματικά την έρευνα στο χώρο της ιστορίας
της μοντέρνας τέχνης, με έμφαση στον Σκλάβο και τον Τζιακομέττι.
Οπότε συγκροτώ το νέο πεδίο ερευνών μου, το οποίο επεκτείνω
συνέχεια πλέον. Ο πολιτισμός γενικότερα γίνεται εφεξής ολικό θέμα μου, υπό την οπτική της νέας
κριτικής θεωρίας και πράξης. Ο πολιτισμός ως καταφύγιο σε συνθήκες άγριας
αλλοτρίωσης και αποξένωσης, υποχώρησης του κινήματος και αποσάρθρωσης της
κοινωνίας: Γενικευμένης απολίθωσης (petrification) των
κοινωνικών σχέσεων και διαδικασιών, όπως έλεγε ο Μαρκούζε. Ο πολιτισμός ως αυτόνομη
οντότητα είναι για εμένα ο λόγος ύπαρξής
μου…
Όμως μέσα σε όλη την έκταση της ερευνάς μου
αυτής, η οποία βλέπω ότι δίνει συνέχεια αποτελέσματα, και τα οποία επικροτούν
πολλοί φίλοι: ο Διζικιρίκης, ο Παπαζήσης, ο Παπαδάκης και πολλοί άλλοι, εκτός
από όσους έχω αναφέρει, με προεξάρχοντα πάντοτε τον Βεργόπουλο, αναδεικνύεται
με κρίσιμο χαρακτήρα η σχέση της Κριτικής θεωρίας με την πράξη. Μετά από
αρκετές συζητήσεις με τον Μαρκή, τη σύνταξη της μελέτης μου για τις Εκλεκτικές συγγένειες του Γκαίτε13 (που θα δημοσιευτεί
αργότερα), η οποία είναι αυστηρή και αρκετά ρεαλιστική, σύμφωνα με το πνεύμα αυτού
του ιστορικού βιβλίου του Γκαίτε, καταλήγω σε μια νέα θεωρητικοποίηση της
σχέσης της Κριτικής θεωρίας με την
πράξη. Εν τω μεταξύ όλες αυτές οι θεωρητικοποιήσεις συγχρόνως με οδηγούν στην
ανάγκη πλέον της μετακριτικής. Έτσι ξαναγυρνώντας στη μετακριτική της Αρνητικής διαλεκτικής14 του Αντόρνο,
προσπαθώ να ανασυγκροτήσω το όλο μοντέλο. Όμως φαίνεται ανυπέρβλητη η αντινομία:
Μετακριτική ή φιλοσοφία της πράξης15; Αυτή η αντινομία, όπως την ονόμασα, του μοντερνισμού,
και υπό την επήρεια και μερικών κειμένων του H. Lefebvre16, με οδηγεί σε ένα διπλό συμπέρασμα:
α) Διατηρούμε στο όλο θεωρητικό μοντέλο μας
τις αντιθέσεις, ακόμη και τις αντινομίες, και τη θεωρητικοποίησή τους ως τέτοιες.
Και β) Θα μπορέσουν να ξεπεραστούν αυτές οι
αντιθέσεις μόνο δια της πράξης, γκραμσιανά σκεπτόμενος και πάντα μη ξεχνώντας
την 11 θέση του Μαρξ για τον Φόϋερμπαχ.
Έτσι συγκροτείται η Νέα κριτική θεωρία και
πράξη, πάντοτε σκλαβική, δηλαδή πάντοτε τραγική και μοντέρνα-μοντερνιστική, με
καθαρότητα πνεύματος, μεθοδολογική αυστηρότητα κ.τ.λ. Και έτσι μπαίνουμε στο
πεδίο των συνεχών νέων και δημιουργικών θεωρητικοποιήσων, σε μια εποχή που
πλέον η αποστράτευση του υποκειμένου έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις. Συγχρόνως οι παλιοί φίλοι αρχίζουν να εγκαταλείπουν τον
μάταιο αυτό κόσμο, ενώ οι νέοι δεν είναι τόσο αποφασιστικοί…
ΙΙ
Η σύγχρονη Κριτική θεωρία ως Νέα κριτική
θεωρία και πράξη.
Αν και είναι δύσκολο να δώσουμε ακόμη και μια
περίληψη της έρευνας μας που ακολούθησε, θα προσπαθήσουμε να δώσουμε ένα
περίγραμμά της, με πανταχού παρούσα πλέον την πράξη.
Οι συζητήσεις για την αριστερά, μετά την
πτώση της ΕΣΣΔ σιγά-σιγά ατονούν. Με το που ολοκληρώνω το κείμενο «Μετακριτική
ή φιλοσοφία της πράξης…» και την πρώτη εκδοχή του κειμένου για την κριτική
διεπιστημονικότητα, δεν μου μένει παρά μόνο το πεδίο της έρευνας της μοντέρνας
τέχνης, της ιστορίας της θεωρίας και της αισθητικής.
Έτσι μόλις μου δόθηκε η ευκαιρία μετά από μια
διάλεξη για τον Στέρη17, ολοκληρώνω σχετικά
γρήγορα την όλη μελέτη μου, για τον εν πολλοίς άγνωστο αυτό καλλιτέχνη της
πρωτοπορίας του μεσοπολέμου.
Στη συνέχεια η έννοια της καινοτομίας και της
ποιότητας αποκτούν νέες διαστάσεις και ακόμη και κύριες, όπως και η δημιουργικότητα.
Συνεχής και συστηματική πλέον αναζήτηση στον πολιτισμικό σε συνδυασμό με τη
συστηματική έρευνά μου για την παγκοσμιοποίηση.
Ο σεζανικός αντιθετικός μοντερνισμός του
Στέρη υποβοηθά την έρευνα και σε αυτά τα νέα πεδία, αλλά ωθεί και προτρέπει
προς τη συνειδητοποίηση της σύγχρονης κατάστασης: ο μοντέρνος κόσμος είναι ένας δομικά βαθύτατα αντινομικός κόσμος. Το ίδιο και ο
πολιτισμός, όσο ενωποιητικός, με την έννοια του Γκράμσι και
αν είναι. Το οργανικό στοιχείο18 (ή τα οργανικά στοιχεία) του πολιτισμού, όσο σημαντικά
και αν είναι, παρέμειναν πάντοτε μειοψηφικά, δευτερεύοντα, περιθωριακά. Ο
ηρωικός αγώνας της ιστορικής και
νεώτερης πρωτοπορίας δεν κατόρθωσε να ενωποιήσει ηγεμονικά και πρωτοπόρα
τον πολιτισμό. Και με την παγκοσμιοποίηση οι όποιες ωσμώσεις δημιουργήθηκαν,
πολιτισμικές ή άλλες, παρέμειναν πάντα περιθωριακές. Παρόλα αυτά επισημαίνω
πάντοτε τη σημασία του πολιτισμικού, του αυτόνομου πλέον πολιτισμικού, ως
αποκρυστάλλωση της γενικότερης ιστορικής κίνησης.
Από την άλλη, τα ανταγωνιστικά στοιχεία του συστήματος και του πολιτισμού παραμένουν
πάντοτε τα κυρίαρχα, ωθώντας διαρκώς προς τον εκβαρβαρισμό του συστήματος, του
πολιτισμού, του ανθρώπου.
ΙΙΙ
Στη συνέχεια περιπλανώμενος βασικά μόνος
βιώνω τις περιπέτειες του πολιτισμού, για να παραφράσω τον Μ. Μερλώ – Ποντύ.
Μόνος σημαίνει ακόμη και υπαρξιακά μόνος. Έχω όμως γίνει γνωστός και
αναγνωρισμένος-αναγνωρίσιμος με το ιδεολογικό και θεωρητικό στίγμα μου στο χώρο
του σύγχρονου καλλιτεχνικού, θεωρητικού και πολιτισμικού γίγνεσθαι. Έτσι με
μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, αλλά συγχρόνως και με άκρα αγωνία πορεύομαι
ερευνητικά και επιστημονικά μόνος, μέχρι που αποφασίζω να ενεργοποιήσω στο
δημόσιο χώρο το Εργαστήριο Καλλιτεχνικής και Πολιτισμικής Παιδείας, που είχα
ιδρύσει στο Παν/μίο Αιγαίου. Σε κάθε περίπτωση η μια διάλεξη ή εισήγηση μου
διαδέχεται την άλλη, το ίδιο και οι δημοσιεύσεις μου. Θέματα: Κριτική της
παγκοσμιοποίησης, Νέα ανθρωπολογία, τέχνη, κουλτούρα, πολιτισμός. Η κοινωνία;
Δυστυχώς απούσα, απελπιστικά απούσα όπως και η πραγματική ριζοσπαστική
ιδεολογία.
Μετά τον Στέρη19 και τη δεύτερη
έκδοση του Τζιακομέττι20,
κάνω μια συγκεντρωτική και αναθεωρημένη έκδοση των κειμένων αυτών και του Σκλάβου, με τον τίτλο, Η κριτική θεωρία της μοντέρνας τέχνη21.
Έχουν προηγηθεί οι νέες έρευνές μου από το
πρώτο εξάμηνο της διδασκαλίας μου στο Παν/μίο Αιγαίου: Η ευρηματικότητα και η
καινοτομία στη μοντέρνα τέχνη, Σεζάν, Χαλεπάς, Ανθρωπολογία και τέχνη. Σύγχρονη
πολιτισμική θεωρία, κ.α. Η συστηματική προσέγγισή
μου της ιστορίας και της θεωρίας της μοντέρνας τέχνης από το 1850 και εδώ στα
πλαίσια του προγράμματος της εξομοίωσης των πτυχίων των δασκάλων και των νηπιαγωγών (ΕΠΕΑΕΚ), η οποία
μας δημιουργεί μια συγκροτημένη, συνεκτική και εποπτική πλέον θεώρηση της
μοντέρνας τέχνης στο γίγνεσθαί της. Από την άλλη το μάθημα μας στη Σύρο, στα
πλαίσια του ιδίου προγράμματος κοινωνιολογίας της κουλτούρας, με αναφορά τον
Γκράμσι, τον Μαρκούζε, τον Λεφέβρ και τον Γκολντμάν, αναδεικνύει τη μοναδική
σχέση του ιστορικού πολιτισμού που διασώζεται ακόμη, απέναντι στην
παγκοσμιοποίηση3*. Ο αγώνας, θεωρητικός
και πρακτικός, κατά της αλλοτρίωσης, που είχα αναδείξει εμφατικά με μια εισήγησή μου, με τίτλο, «Ο
σοσιαλισμός ως διαδικασία και ως ρήξη» στο συνέδριο στα Χανιά 1988 και με
κρίσιμες παρεμβάσεις μου στο ίδιο συνέδριο, είναι ο κεντρικός άξονας της όλης
αναζήτησής μου. Συγχρόνως αναδεικνύω τη διαδικασία, το προτσές της έρευνας μιας
ζωής, για την πολιτική, την ιδεολογία και τον πολιτισμό σε πρωταρχικό: Ο
πολιτισμός ως διαδικασία, και ως διαφυγή από την αλλοτρίωση της
παγκοσμιοποίησης.
Η διαδικασία ως τέτοια, απέναντι στο σύστημα και ενάντιά του. Ως προϋπόθεση αποφυγής του συστήματος και αναζήτησης μιας κατά το δυνατό αυτόνομης ζωής, με αυτοσυνειδησία. Αυτό ήταν το κύριο πρόταγμά μου, το κύριο χαρακτηριστικό, που διέκρινε την όλη πορεία μου, ερευνητική, θεωρητική, επιστημονική, κοινωνική μέχρι τώρα. Μια βασικά καινοτόμα αντιδογματική θεωρητικοποίηση και πρακτική, που οδηγούσε και οδηγεί συνέχεια σε νέες θεωρητικοποιήσεις. Η κοινωνιολογία και η φιλοσοφία της τέχνης και του πολιτισμού, που επεξεργάζομαι και αναπτύσσω συνέχεια, γκραμσιανο-μαρκουζεϊκής πάντα έμπνευσης, φωτίζει κρυμμένες πτυχές του ιστορικού πολιτισμού, της πολιτισμικής κληρονομιάς, των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων, που στην εποχή της παγκοσμιοποίησης αποκτούν όλη την κρυμμένη αξία τους, αλλά και το αντιστασιακό πολιτισμικό φορτίο που βγαίνει στην επιφάνεια. Μέχρι όμως που ξεσπά η κρίση του 2008 βαδίζουμε πάντοτε διακριτικά, με προφυλάξεις (précautions). Ο κόσμος δεν είχε συνειδητοποιήσει μέχρι τότε την περιπέτεια του πολιτισμού. Οπότε δεν μας μένουν παρά μικρά και διακριτικά βήματα, μικρές αλλά συνεχείς παρεμβάσεις. Κάποιοι νεώτεροι ευαισθητοποιούνται, αλλά κανείς δεν ξυπνά από τον καταναλωτιστικό ψευτοαναπτυξιακό λήθαργο, που έντεχνα έχει δημιουργήσει το σύστημα. Καμία αναφορά πλέον στον σοσιαλισμό. Όλα έχουν μετατεθεί στην επιδιωκόμενη με κάθε αντίτιμο ανάπτυξη. Οι αντιθέσεις και οι αντινομίες του συστήματος υποκρύβονται έντεχνα. Η τοξικότητα του συστήματος επωάζεται και γιγαντώνεται «αναπτυξιακά», αλλά δεν αποκαλύπτεται, ούτε ακόμη λιγότερο καταγγέλλεται. Και μέσα σε αυτό το αποσυνθετικό περιβάλλον, τη μεγάλη κρίσιμη και αρνητική μετατροπή (chambardement) συνεχίζω να μιλώ για μοντερνισμό, για κουλτούρα, για δημιουργικότητα, για ποιότητα, για έρευνα, για καλλιέργεια, για πρωτοπορία. Η νέα προσέγγιση που αρχίζω για την παγκοσμιοποίηση με διαλέξεις και εισηγήσεις, και στη συνέχεια με κείμενα σοκάρει, ευαισθητοποιεί, αλλά δεν διαμορφώνει ένα νέο ριζοσπαστικό πνεύμα. Η περιπλάνηση στον πολιτισμό και στο πολιτισμικό γενικότερα συστηματικά συνεχίζεται, αλλά και εδώ
ακατανοησία.
Μόνον με μερικούς παλιότερους αγωνιστές, διανοούμενους ή καλλιτέχνες μπορώ να
επικοινωνήσω. Η Νέα κριτική θεωρία και πράξη, σε διαρκή διάλογο με την ιστορική
ιδεολογική προσέγγιση του κινήματος αναδεικνύει συνέχεια νέες
θεωρητικοποιήσεις, διευρύνοντας συνέχεια το πεδίο της, χωρίς ιδεολογισμούς και
χωρίς ψευτο-ιδεολιπτικές ολότητες. Κάθε θέμα έχει την ιδιαιτερότητα, την
σημασία του κ.λπ. και όλες οι προσεγγίσεις μου συγκροτούν μια νέα
θεωρητικοποίηση αυτόνομη, συγκεκριμένη, κριτική, δημιουργική, ανοιχτή.
Με την κρίση όμως του 2008 όλα αλλάζουν.
Αποφασίζω να κινηθώ πιο αποφασιστικά πλέον, πάντοτε με κάποιες προφυλάξεις,
καθόσον το σύστημα είναι άτεγκτο, και συγχρόνως
να κινητοποιήσω όσους ζωντανούς (κατά τo appel aux vivants του Γκαρωντύ) έχουν
απομείνει, και που μπορούν να σκεφτούν ακόμη έστω και στοιχειωδώς.
Στη συνέχεια με πρωτοβουλία πάντοτε του Εργαστηρίου
μας οργανώνω συνέχεια στρογγυλά τραπέζια, διαλέξεις και ένα συνέδριο στο
Αργοστόλι, με θέμα, «Ο πολιτισμός και η επικοινωνία στην εποχή της
παγκοσμιοποίησης». Το παγκόσμιο κίνημα της Altermondialisation υποχωρεί, αλλά εμφανίζεται το κίνημα των Αγανακτισμένων και
των Πλατειών. Έτσι διαφοροποιώ και
ριζοσπαστικοποιώ το λόγο μου.
Με το γενικό τίτλο, Νέα ανθρωπολογία και μοντέρνα
τέχνη22,
ξαναπιάνω τη μαρκουζεική ριζοσπαστική
κριτική του συστήματος, και με τη
βοήθεια της συγκροτημένης πλέον μελέτης μου της μοντέρνας τέχνης, την οποία εννοείται
δε σταματώ, προσπαθώ να δημιουργήσω μια γενικότερη ευαισθητοποίηση,
ξαναφέρνοντας στην επικαιρότητα το νεοανθρωπιστικό πρόταγμα του νεαρού Μαρξ.
Αποτέλεσμα αυτής της εντατικής προσπάθειας των χρόνων της κρίσης ήταν μερικοί
σημαντικοί συλλογικοί τόμοι23 και τα δύο ογκώδη βιβλία μου, Προς τη μεταπαγκοσμιοποίηση24 και Η
εποχή της καθορισμένης άρνησης25. Είναι δύσκολο να δοθεί το στίγμα αυτό της συστηματικής
όσο και αγωνιώδους προσπάθειας, η οποία έληξε με τη συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ
τις 15 Ιουνίου του 2015.
Η Νέα κριτική θεωρία και πράξη με την αναγκαστική
συνταξιοδότησή μου λίγο αργότερα, ανασυγκροτείται και συνεχίζει με νέες μορφές πλέον:
- Σύγχρονη
κριτική θεωρία
- Σκλάβος
ΙΙ – Σκλάβος – Κριτική θεωρία. Κριτική θεωρία – Σκλάβος26 (Σκλάβος ΙΙΙ).
Η ολοκλήρωση τριών τόμων με δοκίμια Σύγχρονης κριτικής θεωρίας27: εμβάθυνε και συστηματοποίησε τη μελέτη της
σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, με βάση πάντα την Κριτική θεωρία, τον
Λεφέβρ, τον Βανεγκέμ. Παράλληλα, κοινωνία-ιδεολογία-ιδεολογική κριτική-μοντέρνα
και αφηρημένη τέχνη – το σύγχρονο τραγικό κοινωνικό – σύγχρονη αλλοτρίωση είναι
τα θέματα, που με το σύγχρονο δοκιμιακό και πλέον μετακριτικό λόγο μου επανεξετάζονται,
διερευνώνται και ανασυγκροτούνται συνέχεια με στόχο πάντοτε την κριτική
κατανόηση και τη θεωρητική διαπέραση της κυριάρχησης. Η όλη θεωρητικοποίηση
προσπαθεί πάντοτε να είναι συγκεκριμένη, ως σημαντική προσπάθεια εμμενούς και απελευθερωτικής διερεύνησης του σύγχρονου
ολικά πραγμοποιημένου πραγματικού. «Πρέπει να επιμείνουμε», έλεγε και ξανάλεγε
ο Σατλέ, δια της πράξης, της θεώρησης, συγκεκριμένα, άμεσα, συνεχώς…
Συγχρόνως επί κορωνοϊού έκανα μια νέα μελέτη,
πιο συστητική και πάντοτε υπό την οπτική της μεθοδολογικής ολότητας του έργου
του Σκλάβου, το μέγιστου αυτού καλλιτέχνη της ελληνικής και διεθνούς
πρωτοπορίας. Προσπαθώ να διερευνήσω και ν’αποσαφηνίσω
περισσότερο και συστηματικότερα μερικές κρίσιμες πτυχές του έργου και της
ολικής αισθητοκαλλιτεχνικής πρακτικής του, πάντοτε σε στενή συσχέτιση με τις
κοινωνικές συνθήκες της μεταβατικής περιόδου του μονοπωλιακού προς τον ύστερο καπιταλισμό
και τη νεοαλλοτρίωση που επέφερε και ανέδειξε σε σύστημα.
Στη συνέχεια ολοκληρώνω ένα νέο τόμο για τον
Σκλάβο με υπότιτλο Σκλάβος-Κριτική θεωρία. Κριτική θεωρία-Σκλάβος, εργασία που
κινείται σε δύο επίπεδα: Η μελέτη του έργου και γενικότερα του παραδείγματος
του Σκλάβου, υπό την οπτική της επικαιροποιημένης σύγχρονης κριτικής θεωρίας,
μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τον
ύστερο καπιταλισμό και στη συνέχεια τη μετάβασή του στον παγκοσμιοποιημένο.
Από την άλλη μας ωθεί προς συστηματική
ανασυγκρότηση της Σύγχρονης κριτικής θεωρίας, υπό την οπτική πάντοτε της
αναζήτησης της απελευθερωτικής πράξης, αλλά και τη βαθύτερη συνειδητοποίηση της
αναγκαιότητάς της: Της πράξης4*.
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Είναι εξαιρετικά σημαντική και η αναφορά του
Χάμπερμας στη διαρκή κρίση νοήματος που βιώνουμε μεταπολεμικά, σε συνδιασμό με
τη βαθειά κρίση του συστήματος που διαρκώς μετασχηματίζεται, αποκτώντας νέες
μορφές, με άμεσο αποτέλεσμα την αποδυνάμωση εκ των πιραγμάτων, εσωτερικά του
κριτικού λόγου. Βλ. J. Habermas, Textes et contextes (Cerf). Παρόλα αυτά, αν θέλουμε να παραμείνουμε
κριτικοί διανοούμενοι και θεωρητικοί πρέπει να αντισταθούμε, ν’αντιστεκόμαστε
μέχρι τέλους και ν’ανασυγκροτούμε διαλεκτικά και στοχαστικά συνεχώς τον λόγο
μας: Νέα κριτική θεωρία και πράξη. Βλ. και Ν. Tertilian, «Sur l’autonomie et l’hétéronomie
de l’art», Revue d’ esthétique, 1976 2/3, σσ. 110-140.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1*. Ο
όρος νομεκλατούρα είναι νεώτερη της κριτικής αυτής του Γκολντμάν. Τη συστημική βέβαια
κριτική της τη στήριξα στην τότε προφητική από πολλές απόψεις της κριτικής του Γκολντμάν
της γραφειοκρατίας.
2*. Κριτική διεπιστημονικότητα. Με την
εντατική τότε θεωρητική έρευνά μου από όταν αρχίζω να διδάσκω στο Πολυτεχνείο
Κρήτης το χειμερινό εξάμηνο του 1989-90 φθάνω και σε μια άλλη, νέα πρωτότυπη
όσο και σύνθετη θεωρητικοποίηση, στην κριτική διεπιστημονικότητα. Η ιδέα ήταν
ότι δεν αρκεί η διεπιστημονική έρευνα,
όπως την είχαν συλλάβει και αναπτύξει οι θεωρητικοί του Ινστιτούτου Κοινωνικών ερευνών της Φρανκφούρτης στις αρχές της δεκαετίας του
1930 για να φθάσουμε σε νέες και κριτικές πάντοτε θεωρητικοποιήσεις. (Βλ.
ειδικότερα την έκδοση του Ινστιτούτου, Κοινωνιολογία,
εκδ. Κριτικών και J. Habermas, Textes et contextes, Cerf, κεφ. 4, 7, 9, 10).
Εξάλλου είχα μελετήσει όλο το έργο των
θεωρητικών της Σχολής της Φρανκφούρτης, οπότε ξεκινούσα από μια πολύ πιο
προχωρημένη βάση. Με τη γνώση και της ιστορίας του κοινωνικού κινήματος και του
κινήματος της μοντέρνας τέχνης που μεσολάβησε όλο αυτό το διάστημα η συνθετική
– κριτική θεωρητικοποίηση των κοινωνικοποιήσεων της στις νέες συνθήκες κρίσης
και προϊόν από-ιδεολογικοποίησης της αρχόμενης τότε παγκοσμιοποίησης όχι ακόμη
έκδηλα, αλλά είχα συλλάβει τις βαθύτερες αποδομητικές τάσεις των πάντων,
οδηγήθηκα στην εξαιρετικά σημαντική, όσο και κρίσιμη σύνθετη πλέον έννοια της
κριτικής διεπιστημονικότητας. Η διαλεκτική γίνεται πλέον σύνθετη, αναλυόμενη σε
επί μέρους δυαδικές κατά κανόνα σχέσεις:
Κοινωνία – τέχνη, κοινωνία – κουλτούρα, κοινωνία – ιδεολογία, κ.τ.λ., πάντοτε αρχίζοντας
από την κοινωνία και την διαλεκτική κίνησή της, και έτσι μπαίνουμε στην περίοδο
της συνθετικής – πολύπλοκης θεωρίας, η οποία μας επέτρεψε να συλλάβουμε και να
αναπτύξουμε στη συνέχεια τη θεωρητικοποίησή μας για την παγκοσμιοποίηση.
Δυστυχώς πολλά κείμενά μας από την περίοδο αυτή έμειναν και λόγω της διδασκαλίας μου στη συνέχεια στο Παν/μιο
Αιγαίου σε κατάσταση επεξεργασμένων σημειώσεων. Όμως το πιο κρίσιμο κείμενο,
αυτό για την κριτική διεπιστημονικότητα, κατορθώνουμε να το ολοκληρώσουμε μετά
από συστηματική εργασία αρκετών ετών και να το αναρτήσουμε στα blog μας.
Η βασική ιδέα είναι, πέραν από τις
περιγραφικές αναλύσεις και παρουσιάσεις των διαφόρων επιμέρους θεματικών και
διαλεκτικών, ότι, επειδή η κοινωνία
μεταλλάσσεται διαρκώς, σύμφωνα και με την ιστορική θεωρητικοποίηση περί «Mutations» του G. Ballandier στο Anthropologie politique (PUF), μεταλλάσσονται και οι επί μέρους σχέσεις,
διαλεκτικές, κ.α., και μάλιστα αλληλοδραστικά. Το ζητούμενο είναι με την
παρέμβαση του συνειδητού – συνειδητοποιημένου ιστορικά υποκειμένου, η μεταλλαγή
αυτή ν’αποκτήσει έναν ανθρωπιστικό –
απελευθερωτικό χαρακτήρα…
3*. Οι φοιτητές ενθουσιασμένοι από το μάθημα
και τις πρωτοπόρες πρακτικές και μεθοδολογίες που ακολουθήσαμε στο τέλος, αφού
ολοκληρώθηκαν οι παρουσιάσεις των
ατομικών εργασιών τους με πολύ μεγάλη επιτυχία, αποτέλεσμα του ολικού δοσίματος
τους στο καθήκον της έρευνας και της μελέτης του πολιτισμού με κριτικό τρόπο,
οργάνωσαν μια γιορτή με ελληνικά παραδοσιακά εδέσματα. Συγκινητικό.
4*. Με το παρών, όπως και με διάφορα άλλα
μικρά κείμενά μας προσπαθούμε να δώσουμε ένα πανόραμα των όλων ερευνών μας,
αλλά όπως είναι ευνόητο αυτές, λόγω της έκτασης και της πολυπλοκότητάς τους δεν
μπορούν να αποδοθούν εύκολα. Για τον
λόγο αυτό βλ. ειδικότερα το βιβλίο μας Θεωρία
πολιτισμού, Ψηφίδα, τ. ΙΙ, στο οποίο υπάρχει μεταξύ άλλων και η πολύ
σημαντική νέα θεωρία μας των μικροδομών.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.
Εκδ. Praxis.
2.
Εκδ. Privat. Η έκδοση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε, καθόσον
δεν βρήκαμε συνεργάτες.
3. Βλ.
Β. Φιοραβάντες, Τζιακομέττι, Παπαζήσης,
2η εκδ.
4. Ib.σημ.
1
5. Το εκτεταμένο κείμενο αυτής της πρωτότυπης
έρευνάς μας δημοσιεύτηκε στη συνέχεια στο βιβλίο μας Θεωρία πολιτισμού, Ψηφίδα, τ. Ι.
6. Βλ. Ib.
7. Ib.
8. Ib.
9. Ib.
10. Ib.
11. Ib.
12.
Βλ. το βιβλίο μας, Κοινωνική θεωρία και
αισθητική, Αρμός.
13.
Βλ. Ib. Σημ.
5.
14. Εκδ.
Payot.
15.
Βλ. Ib.σημ.
5.
16.
Βλ. H. Lefebvre, Η εποχή της άρνησης, Ύψιλον/βιβλία.
17.
Εκδ. Αρμός.
18. Βλ.
Α. Ο Γκράμσι, Η οργάνωση της κουλτούρας,
Στοχαστής.
19. Εκδ.
Αρμός.
20. Ib. σημ. 2.
21.
Εκδ. Επίκεντρο.
22.
Εκδ. Ζήτη.
23. Τέχνη,
πολιτισμός, παγκοσμιοποίηση, Παπαζήσης, 2 τ., 1.000 σελ. περίπου, Κριτική της τέχνης – κριτική της
παγκοσμιοποίησης, Νησίδες, 160 σελ., Νέα
ανθρωπολογία και μοντέρνα τέχνη,
Ζήτη, 460 σελ., Προς τη Νέα ανθρωπολογία,
Αρμός, 360 σελ.
24.
Εκδ. Ζήτη.
25.
Εκδ. Αρμός.
26.
Έτσι ολοκληρώνω μια τρίτομη νέα έκδοση για τον Σκλάβο.
27.
Υπό έκδοση σε τρεις τόμους.
Β. ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕΣ
ΑΠΟ
ΤΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΣΤΟ ΑΦΗΡΗΜΕΝΟ
Προσέγγιση – θεωρητικοποίηση πάντοτε συγκεκριμένη, από το συγκεκριμένο στο
αφηρημένο, και όχι αντίστροφα. Προσέγγιση, αλλά πάντοτε κριτική του
συγκεκριμένου, του αλλοτριωμένου πραγματικού, με στόχο το ξεπέρασμά του.
Προσέγγιση του πραγματικού στην
παγκοσμιοποίηση σημαίνει και προϋποθέτει
τη γνώση και τη μελέτη της πορείας της
κοινωνίας προς την παγκοσμιοποίηση, αρχίζοντας από την μετατροπή του
καπιταλισμού σε μονοπωλιακό – ιμπεριαλιστικό, με αιχμή την τεϋλοροποίηση –
φορντοποίηση της παραγωγής και κατ’ επέκταση
γενικότερα της κοινωνίας. Στην ίδια περίοδο (αρχές του ΧΧου αι.) αρχίζει
και η σύμφυτη διαδικασία ορθολογικοποίησης
του συστήματος, και συγχρόνως αυτονόμησής του. Οι διαδικασίες αυτές με
τη μετατροπή του μονοπωλιακού καπιταλισμού στον ύστερο ή στον
νεοκαπιταλισμό ανασυγκροτήθηκαν,
εντάθηκαν, επεκτάθηκαν και ουσιαστικά άλλαξαν όλη την κοινωνία: Επιβλήθηκαν, ακόμη
περισσότερο, ολοκληρωτικά στην κοινωνία. Το σύστημα αυτονομήθηκε, έγινε η νέα
κυρίαρχη κατάσταση, με αποτέλεσμα να αποικιοποιηθεί ο βιωμένος κόσμος, και σε
κάθε περίπτωση να χάσει εντελώς την αυτονομία του. Ο άνθρωπος έπαψε να είναι
πλέον άνθρωπος από την περίφημη ανάπτυξη, δηλαδή αυτή την ολική δομική
μετατροπή – μετασχηματισμό, και έγινε τμήμα, εξάρτημα της κυριάρχησης. Η διαδικασία αυτή με το νεοτεϋλορισμό
που εμφανίστηκε με αιχμή τη νέα τεχνολογία από το 1980 και εδώ, επεκτάθηκε και,
από όταν εμφανίστηκε και κυριάρχησε η παγκοσμιοποίηση χωρίς ουσιαστικές
αντιστάσεις, έγινε η νέα κυρίαρχη κατάσταση.
Στα πρώτα χρόνια του ΧΧου αι. η εξέγερση ενάντια στη μετατροπή
της οικονομίας στο μονοπωλιακό καπιταλισμό έφθασε ακόμη και σε επαναστάσεις σε όλες
τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, ακόμη και στην ΕΣΣΔ, σε αντίθεση με την
άκριτη - υποτίθεται - υποστήριξη στον
αναπτυξιακό υποτίθεται τεϋλορισμό από
τον Λένιν. Το ίδιο και μεταπολεμικά μια
σειρά άγριων απεργιών προσπάθησαν να σταματήσουν
την επέλαση της δομικής αλλαγής του συστήματος
προς την απο-ανθρωποίηση.
Συγχρόνως σε όλη τη διάρκεια του
ΧΧου αι. η μοντέρνα και πρωτοπόρα τέχνη πάλεψε να δημιουργήσει έστω σε επίπεδο
μορφών μια χειραφετημένη κοινωνία.
Οι μοντέρνοι και πρωτοπόροι
καλλιτέχνες, ζώντας και εργαζόμενοι στο περιθώριο του συστήματος, δημιούργησαν
έναν άλλο κόσμο σε αντιπαράθεση, αντεστραμμένα σε σχέση με τον κυρίαρχο κόσμο
αξιών, αρχών κ.τ.λ. Μέχρι που άρχισε η προϊούσα ενσωμάτωση από τα μέσα της
δεκαετίας του 1950 η ρήξη ήταν πλήρης, ο αγώνας ολικός. Στη
συνέχεια διασπάται το κίνημα της μοντέρνας τέχνης: Η μία τάση παραμένει
μοντέρνα και ρηξικέλευθη μέχρι τέλος, έστω και με μερικές διαφοροποιήσεις,
επικεντρωμένη πάντα στον αγώνα για απελευθέρωση της(-ων) μορφής(-ών), ενώ η άλλη, αρχίζοντας από τον Νουβώ ρεαλίσμ,
προσαρμόζεται στο ρεύμα και επαναφέρει – ανασκευάζει το
αντικείμενο, και σε κάθε περίπτωση στη μια ή την άλλη μορφή το διατηρεί.
Η σύγχρονη τέχνη στη συνέχεια
συνεχίζει έναν πολύμορφο αγώνα μέσα από τις μορφές του μινιμαλισμού, της Arte
pauvera και γενικότερα της Art conceptuel, αλλά ο ριζικός –
ριζοσπαστικός αγώνας έχει τελειώσει.
Στην παγκοσμιοποίηση η αναζήτηση
της ελάχιστα διασωζώμενης αυθεντικότητας και η μετα-αισθητική της μοντέρνας
τέχνης παραμένει η μόνη διέξοδος για την τέχνη και τη σκέψη, ενώ η
επανανθρωποποίηση του ανθρώπου, σύμφωνα με το νεομαρξικό πρόταγμα, παραμένει
πάντα το μεγάλο ζητούμενο.
Παγκοσμιοποίηση σημαίνει πλήρης
κυριαρχία της αλλοτρίωσης, της πραγμοποίησης και της ορθολογικοποίησης. Παρόλα
αυτά, μέσω των διαταραχών που επιφέρει στο σύστημα το ακόμη υπαρκτό κοινωνικό
κίνημα και η πάντοτε υπαρκτή η εγγενής πολιτισμική αυτονομία, είναι δυνατό να
αρθρωθεί ένα νέο μοντέρνο σχέδιο, κοινωνικό,
πολιτισμικό, ιδεολογικό, με επίκεντρο την αναζήτηση της ανθρώπινης
απελευθέρωσης…
Β. ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕΣ
ΣΚΛΑΒΟΣ: ΤΟ ΑΛΜΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΦΑΙΡΕΣΗ
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Η
αφαίρεση ως ρεύμα μέχρι περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 1970 έχει έναν
βασικό χαρακτηριστικό-προσδιορισμό: Αναζήτηση με κάθε αντίτιμο της
απελευθέρωσης και της χειραφέτησης από το αλλοτριωμένο πραγματικό. Το
πραγματικό ως τέτοιο δεν έχει καμία απολύτως αξία. Μόνον η άρνησή του έχει
νόημα, και ως εκ τούτου το ξεπέρασμά του: Το πραγματικό ως τέτοιο είναι απόλυτα
αναγκαίο να ξεπεραστεί. Εξάλλου υπάρχει η τάση αυτή στην πρωτοπορία προς το ξεπέρασμα, η πίστη ή,
τουλάχιστον, η προσδοκία ξεπεράσματός του. Από την κρίση του 1973 όμως και μετά
τα πάντα έρχονται τα πάνω-κάτω. Χάνεται από τον ορίζοντα της ιστορίας (για να
παραφράσω τον Μαρκούζε) η προσδοκία ριζικής αλλαγής της κοινωνίας και προέχει
πλέον η εναγώνεια, όσο και δύσκολη προσπάθεια επιβίωσης. Έτσι ο ιδεολογικός
αγώνας (όπως και ο αισθητικός) μετατρέπεται σε αγώνα οπιστοφυλακής, αναζήτησης
δυνατοτήτων σωτηρίας, αναζήτησης κάποιων κρυφών ίσως δυνατοτήτων του πραγματικού για στήριγμα.
Εξού και η διάχυτη τάση προς τον νουβώ ρεαλίσμ στις εικαστικές τέχνες, που έχει
αρχίσει από τη δεκαετία του 1960, ενώ η προσπάθεια της πρωτοπορίας για
διανοητικοποίηση (conceptualisation)
του πραγματικού (art
conceptuel)
όσο ευρηματική και αν είναι, δεν παύει να είναι περισσότερο μια πολύμορφη μεν
ευρηματική έξυπνων και καινοτόμων μορφών, αλλά μοιάζει περισσότερο με μια
διαρκή ευφυή άσκηση του στυλ, παρά σαν μια ανατρεπτική ή τουλάχιστον κριτική αισθητική
δημιουργία νέων μορφών.
Έτσι
το αντιστασιακό βάρος της μοντέρνας τέχνης υποχωρεί, περιορίζεται, χάνεται από
τον ορίζοντα της ιστορικής και νεώτερης μοντέρνας και αφηρημένης τέχνης, και
ιδίως τη ριζοσπαστικής, όπως θα έλεγε ο Αντόρνο, πτέρυγάς της. Ο αγώνας της
πρωτοπορίας συνεχίζεται μεν, γίνεται πολύμορφος, αλλά χάνει την
αποφασιστικότητά του, τον κρυμμένο ή φανερό σκοπό (τέλος) του. Την πολυπόθητη
απελευθερωτική τελικότητα των προηγούμενων μεγάλων, των ιστορικών περιόδων της
πρωτοπορίας.
Ο
ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ – ΣΚΛΑΒΟΣ – ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ
Ο ελληνικός μοντερνισμός είναι
ιδιότυπος, ιδιόμορφος. Μοντερνισμός μεν και μάλιστα γαλλικής κυρίως έμπνευσης,
προέλευσης στην πρώτη περίοδο του (1850-1920), αλλά όπως κάθε μοντερνισμός έχει
τις ιστορικές ιδιομορφίες του. Στην προκειμένη περίπτωση δυο ήταν οι βασικές
προελεύσεις του. Η μια μάλλον καθολική: Η επίδραση, ο διάλογος με τον αρχαίο
ελληνικό πολιτισμό, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που στην περίπτωση ειδικότερα του
μεγάλου κριτικού τέχνης Ζερβού, έξοχου και πρωτοπόρου μελετητή του Πικάσο και
του μοντερνισμού γενικότερα (όχι μόνο του γαλλικού), η αναφορά, ο προσδιορισμός
σε σχέση με τον αρχαίο πολιτισμό, μέσω και του βαθειού ουμανισμού της πρώϊμης
Αναγέννησης και ειδικότερα του βαθειού ουμανισμού του νεοπλατωνικού Μ. Ψελλού,
ήταν αξεπέραστη.
Η άλλη τάση αρχικά προέρχεται από την
επίδραση του γαλλικού μοντερνισμού του Μπωντλαίρ, του Μαλλερμέ, του Λωτρεαμόν,
του Παρνασσισμού κ.τ.λ. στον Καβάφη και μέσω αυτού στον Κεφαλληνό, που στην
πορεία ριζοσπαστικοποιείται και αυτονομείται με ρητό τρόπο προς το νέο και
απελευθερωτικό από τις νόρμες και την παράδοση μοντερνισμό. Και σε αυτή την
τάση ανήκει και ο Ζερβός, με κύρια αναφορά και των δύο η Αλεξάνδρεια που πάει,
για να παραφράσω τον Καβάφη, αλλά μπαίνει στο μοντέρνο-μοντερνιστικό, με την
έννοια του Γκρήνμπεργκ, πλέον μεγάλο, ιστορικό, αισθητικό και κοινωνικό,
ιδεολογικό ρεύμα1*.
Το ρεύμα αυτό με ιστορική πάντα ρίζωση
την Αλεξάνδρεια, και παρά την πολύ ακραία θεωρητικοποίηση του Αντόρνο στην Αισθητική θεωρία1 ενάντια στη θεωρία
των ριζών, αλλά με ιστορικογενετικό τρόπο, σύμφωνα με τη θεωρητικοποίηση του
Γκολντμάν, φθάνει μέχρι τη δεκαετία του 1950 και 60 στο Παρίσι κυρίως στον
κύκλο του Ζερβού, ο οποίος γίνεται πλέον διεθνής, σύμφωνα με το γενικότερο (διεθνιστικό)
μεταπολεμικό πνεύμα. Σε αυτόν τον κύκλο μοντέρνων ιδεών, αντιλήψεων ξεριζoμένων και απάτριδων, ουσιαστικά,
διεθνών – κοσμοπολιτών καλλιτεχνών της πρωτοπορίας, ο νεαρός Σκλάβος, και υπό
την επήρεια της διδασκαλίας και της μοναδικής προσωπικότητας του Κεφαλληνού, με
ρίζα και από τον κεφαλονίτικο ριζοσπαστισμό, αυτονομείται, απογειώνεται και
μάλιστα ξεπερνά την επίδραση των Τόμπρου-Ζαντκίν. Από το 1959 όμως και μετά η
όλη του απεγνωσμένη απελευθερωτική προσπάθεια με την ορμή, την τόλμη (audace) που έχει, είναι συγχρόνως ένα
πήδημα στο κενό. Οι αναφορές του προοδευτικά στους μεγάλους δασκάλους, ακόμη
και στον Ζερβό, εξαντλούνται, μετατίθενται σε δεύτερο, σε τρίτο και ίσως και σε απώτερο επίπεδο. Από
ένα δε σημείο και μετά μάλιστα εκλείπουν.
Η όλη απελευθερωτική προσπάθεια είναι συγχρόνως μια εναγώνεια και
τραγική προσπάθεια μέσα σε έναν κόσμο που αρχίζει να αποστρέφεται την
πνευματικότητα και την πρωτοπορία. Η ordre (τάξη) αποκαθίσταται προοδευτικά και γίνεται
κατεστημένη ιδεολογικοπολιτική και όχι μόνον τάξη. Ο Σκλάβος όμως δεν
επηρεάζεται άμεσα. Συνεχίζει με την ίδια πάντοτε ορμή το μοναχικό πρωτοπόρο,
καινοτόμο, μοντέρνο δρόμο του, ανοίγοντας μάλιστα και πρωτόγνωρα πεδία ερευνών
και αναζητήσεων. Σε κάθε περίπτωση ξεπερνά τη μέχρι τότε γνωστή αφαίρεση προς
μια ρηξικέλευθη αφαίρεση χωρίς τέλος. Από την άποψη αυτή η Κριτική θεωρία που
προσπαθούσε και αυτή εναγώνεια την ίδια εποχή να ανατάμνει την πρόσληψη του
κόσμου, να αφυπνίσει συνειδήσεις, ακόμη και να ριζοσπαστικοποιήσει κοινωνικές
πρακτικές έχει πολλά να διδαχθεί από το έξοχο όσο και μοναδικό αισθητικό και
κοινωνικό παράδειγμα του Σκλάβου και του έργου του. Του Σκλάβου ως
αντιστεκόμενη μονάδα πρωτοπόρου μοντέρνου καλλιτέχνη, και ιδίως γλύπτη και του παραδειγματικού έργου του.
Κατά τον Γκολντμάν έχουν καθοριστικό
πάντοτε ρόλο οι τάσεις (le
courants),
τα ρεύματα για τη διαμόρφωση των θεωρήσεων του κόσμου, και κατ’επέκταση των
αισθητικών ρευμάτων στο εσωτερικό πάντοτε αυτών των γενικότερων τάσεων, ακόμη
και του έργου ενός συγκεκριμένου καλλιτέχνη, και στην προκειμένη περίπτωση του
Σκλάβου, όσο σημαντικό, μοναδικό, ιδιαίτερο και αν αυτό είναι. Από την άποψη
αυτή, έχει σημασία να συλληφθεί η όλη ιστορικογενετική κίνηση. Από την
Κεφαλονιά του ριζοσπαστισμού και της Αντίστασης στην Αλεξάνδρεια (με πολύ
ισχυρή και ανθηρή κεφαλονίτικη παροικία, και σε κάθε περίπτωση
ισχυρό-διακεκριμένο περιφερειακό κέντρο ανάπτυξης, οικονομικής και
πολιτισμικής, στη συνέχεια και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, ανοιχτή στον
έξω κόσμο και ιδίως με επαφές με τις πρωτοπόρες αισθητικές κινήσεις του
Παρισιού), και από την Αλεξάνδρεια στο Παρίσι, στην πρωτεύουσα μεταπολεμικά της
διεθνούς πρωτοπορίας και με ευθεία επίδραση στο νέο ανερχόμενο κέντρο της
πρωτοπορίας στη Ν. Υόρκη. Και αυτή η
κίνηση ισχύει για τον Ζερβό, με ισχυρή επίδραση και απο το ισχυρό σοσιαλισιτκό
κίνημα της Μασσαλίας του μεσοπολέμου, τον
Κεφαλληνό (μέσω της Ζακύνθου με άμεσα δάνεια και από τον ιταλικό διαφωτισμό και
από το Βελγιο του ριζοσπαστικού εργατικού κινήματος του μεσοπολέμου) και τον
Σκλάβο με κίνηση από την Κεφαλονιά στο Παρίσι μέσω Αθήνας, αλλά μπολιασμένη με το μοντέρνο και απελευθερωτικό
πνεύμα του Κεφαλληνού, ο οποίος έχει φέρει στην Αθήνα και στοιχεία του νεώτερου βελγικού και γαλλικού μοντερνισμού,
από τις εκεί σπουδές του.
Έτσι το Παρίσι γίνεται ο τόπος της
μοντέρνας και αφηρημένης αισθητικής καμπής του Σκλάβου, πάντα σε διάλογο και με
την αρχαία Ελλάδα, μέσω και της Αλεξανδρινής ανάγνωσης – επίδρασης, αλλά βέβαια
όχι μόνον.
Όσον αφορά τον ελληνικό και τον διεθνή
μοντερνισμό προσθέτουμε και την εισφορά του Στέρη, Κεφαλονίτη ζωγράφου της
πρωτοπορίας στον μεσοπόλεμο, ο οποίος
κινείται στο πνεύμα της Σχολής του Ζερβού, μέχρι που φεύγει στην Αμερική (όπου
εκεί δυστυχώς απομακρύνεται από τον ιστορικό μοντερνισμό) και τον Στάμο,
Λευκαδίτη ζωγράφο που γεννήθηκε στην Αμερική, με διαρκή την ελληνική επίδραση,
αλλά και την αρχαιοελληνική, την εναγώνια αναζήτηση του οργανικού, του
αυθεντικού κ.α., όπως ζητούσε ο Ζερβός, σε διαρκή επαφή μαζί του, έμμεσα μέσω της γενικότερης
επίδρασης του Ζερβού και του Cahiers
d’Art
διεθνώς, ακόμη και στην Ν. Υόρκη, αλλά και άμεσα, πηγαίνοντας πολύ συχνά και ο
ίδιος στο Παρίσι για να είναι σε ζωντανή επαφή με τον Ζερβό στην αρχή της
μοντέρνας και της αφηρημένης και αυτός καμπής του. Έτσι σχηματίστηκε μια
ιδιόμορφη, ελληνικής προέλευσης και αρχαιοελληνικής πάντοτε αναφοράς, μοντέρνα
τάση, με επίκεντρο και αναφορά τον Ζερβό, αλλά πλήν όμως ο Σκλάβος προσπάθησε
να φθάσει αυτήν την τάση (την αισθητική επανάσταση θα λέγαμε καλύτερα) μέχρι το
τέλος, για να θυμηθούμε και τον Μαρξ, παραφράζοντας το πασίγνωστο απόσπασμά του
από την Γερμανική ιδεολογία2. Πόσο έφθασε στο
τέλος και σε ποιο τέλος ο Σκλάβος2* δεν ξέρουμε λόγω του πρόωρου θανάτου
του. Όμως φαίνεται ότι έφθασε σε κάποιο τέλος.
Συγχρόνως ο Στάμος όταν επέστρεψε στην
Λευκάδα μετά την περιπέτειά του με τον Ρόθκο, και όταν ο Αμερικάνικος
αφηρημένος εξπρεσιονισμός είχε τελειώσει άρχισε μια νέα αφηρημένη
εξπρεσιονιστική τάση, παραμένοντας πάντοτε μέσα στο πνεύμα του Αμερικάνικου
αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Την τάση προς τη δημιουργία του πεδίου, όπως το
αποκαλούσε (field)
με μια σειρά αφηρημένων πινάκων (περίπου 15) που έχουν εκτεθεί στην Αθήνα,
καθόλα μοναδικών.
Από μια ορισμένη άποψη, με βάση τη
ιστορία της χώρας μας, αναφορά στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, και με βάση τα
επιτεύγματα και τα προτάγματα του αισθητικού και μορφικού μοντερνισμού, η
ομάδα αυτή συνιστά μια εμφατική εκδοχή του τραγικού ελληνικού μοντερνισμού3, αν λάβουμε ακόμη
υπόψη και τους Κοντόπουλο, Σαραφιανό4, κ.α., αλλά ο Σκλάβος από ότι φαίνεται, παρά
το γεγονός ότι δεν έζησε όσο θα έπρεπε για να ολοκληρώσει ενδεχομένως την
επανάστασή του ή να αρχίσει μια άλλη,
όπως ο Στάμος5,
έφθασε σε κάποια όρια, υπαρξιακά, αισθητικά, μορφολογικά, ιδεολογικά. Και σε
κάθε περίπτωση το γενικότερο συμπέρασμα που βγαίνει από την καθόλα τραγική
περιπέτειά του Σκλάβου, και την εξίσου τραγική τέχνη του, είναι ότι δεν υπάρχει
καμία δυνατότητα να ξεφύγει ο άνθρωπος από την αλλοτρίωση χωρίς κριτική
προσπάθεια και ρηξικέλευθη διαρκώς πρωτοπόρα
δημιουργία σε όλα τα επίπεδα, η τέχνη με τη ζωή αποτελώντας μια ενιαία
διαλεκτική οντότητα. Ανεκπλήρωτος στόχος μεν, με έντονο πάντοτε το αίσθημα του
ανεκπλήρωτου, όπως έλεγε πάντοτε με καϋμό και ο Καλλιγάς, αλλά πάντα στόχος.
Χωρίς αυτόν, καταρρέει η μεταφυσική μαζί
με το υποκείμενο, για να παραφράσουμε τον Αντόρνο.
Ο
ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ: ΧΑΛΕΠΑΣ-ΣΚΛΑΒΟΣ
Ο ανθρωπισμός από την πρώιμη αναγέννηση
μέχρι τον Κουρμπέ συγκροτείται μέσω της περισσότερο έντεχνης αισθητικοποίησης, λιγότερο
της αναπαράστασης διαφόρων ανθρώπινων μορφών, σύμφωνα με τις ειδικότερες τάσεις
της κάθε εποχής. Ήταν δηλαδή ανθρωπομορφικός.
Από τον Κουρμπέ, και ειδικότερα από τις
αρχές του ΧΧου αι., αλλάζει η κατάσταση. Η τέχνη μπαίνει στην περίοδο της
απο-εικονοποίησης, της απο-αναπαράστασης μέχρι και στην καθαρή-λιγότερο ή περισσότερο-αφαίρεση.
Δηλαδή στην ολική κατάργηση της αναπαράστασης της ανθρώπινης μορφής και έτσι
δημιουργείται η στοχαστική και η αναστοχαστική περίοδος της τέχνης, με αιχμή
την αφαίρεση-αφαιρετικοποίηση των μορφών.
Και αυτή η περίοδος κρατά μέχρι το 1970-5.
Μετά αλλάζουν τα δεδομένα ριζικά. Η τέχνη μεταστρέφεται σε μια λιγότερο ή
περισσότερο νοηματική (conceptuelle)
περίοδο, αλλά με αναφορά λιγότερο ή περισσότερο άμεση στο πραγματικό.
Όμως υπάρχει και ο μέγας Χαλεπάς, που
μέσα πάντοτε στο ρεύμα του γερμανικού κλασικισμού-ρομαντισμού, παραμένει,
φαινομενικά όσο μπορεί, πιστός στην αναπαράσταση διαφόρων μυθικών φιγούρων,
ιστορικών καλλιτεχνικών προσώπων κ.α. Βελτιώνει πάντοτε τη μαρμαρογλυπτική του
τέχνη και τεχνική. Η τέχνη του αναπτύσσεται, εξελίσσεται και μετεξελίσσεται
συνέχεια, με μια εκπληκτική ευαισθησία. Αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως μόνιμα
τραγικό πρόσωπο σε διαπάλη με τον εαυτό του, την ιστορία, την κοινωνία.
Ο ανθρωπισμός του είναι βαθύτατος, αλλά
ανθρωπομορφικός. Και στο μοναδικό ανθρωπισμό της Κοιμωμένης του θα στηριχθεί ο Σκλάβος για την αφηρημένη
ανθρωπιστική του γλυπτική, ως ιστορικός πάντοτε συνεχιστής του Χαλεπά, στις
νέες και απάνθρωπες συνθήκες του ύστερου καπιταλισμού, που απανθρωποιεί τον
άνθρωπο μέσω της ολικής αλλοτρίωσης που παράγει, επιβάλλει και κάνει σύστημα.
Έτσι ο Σκλάβος γίνεται συνεχιστής και
της ανθρωπόμορφης ανθρωπιστικής τάσης του κλασικισμού-ρομαντισμού, και του
μεγάλου Χαλεπά ειδικότερα, όπως ήταν συνεχιστής της ριζοσπαστικής τάσης της
αφηρημένης τέχνης των Μάλεβιτς, Καντίνσκυ, Κοντόπουλου κ.α., καθώς και της
ιστορικής μοντέρνας γλυπτικής των Μπρανκούζι, Μοντιλιάνι, Ζαντκίν ακόμη και του Τζιακομέττι.
ΑΡΓΥΡΟΣ – ΧΑΛΕΠΑΣ
– ΖΑΝΤΚΙΝ – ΣΚΛΑΒΟΣ
I
Η αυτονομημένη, ρομαντικής-γερμανικής
προέλευσης, καλλιτεχνική υποκειμενικότητα του τέλους του 19ου-αρχών του ΧΧου
αι. φθάνει στον Σκλάβο μέσω του Παρισιού.
Η ρομαντική Σχολή με τους Αργυρό,
δάσκαλο του Μόραλη και άλλων καθηγητών της ΑΣΚΤ, Χαλεπά και κυρίως τον Ζαντκίν
(που και αυτός επηρεάζεται από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, ρομαντικής
προέλευσης), απελευθερώνουν τον Σκλάβο από το δυτικό ορθολογισμό και τον ωθούν
στην πλήρη αυτονόμηση, ακόμη και στην
πλήρη χειραφέτηση μέσω της προχωρημένης, της ριζοσπαστικής αφαίρεσης.
Ο Αργυρός φέρνει ένα πρωτόγνωρο πνεύμα
ελευθερίας στην ΑΣΚΤ. Μαθητές του ο Κεφαλληνός, και ο Μόραλης, ο οποίος
επηρεάζεται καθοριστικά από την ιστορική προσωπικότητα του Κεφαλληνού, ο οποίος
με προέλευση από την Αλεξάνδρεια της κριτικής και της πρωτοπορίας, τις
Βρυξέλλες και κυρίως το Παρίσι της
πρωτοπορίας – αναφορά, μόλις εκλέγεται καθηγητής στην ΑΣΚΤ, η Σχολή
αποκτά άλλη βαθμίδα. Μετατρέπεται ακόμη περισσότερο σε μήτρα του μοντερνισμού
και της Αφαίρεσης στην Αθήνα της μεταπολεμικής βαθειάς κρίσης και αβεβαιότητας.
Παπαλουκάς, Μόραλης, Τόμπρος, με αναφορά
τον Κεφαλληνό στη συνέχεια του Αργυρού, συνιστούν μια σπάνιας συνεκτικότητας
και αισθητικής - ιδεολογικής συγκρότησης ομάδα καλλιτεχνών – καθηγητών της ΑΣΚΤ,
και σε συνδιασμό με τους τότε μεγάλους έλληνες καλλιτέχνες της πρωτοπορίας και
του Μοντερνισμού στην Αθήνα, Καπράλο, Ζογγολόπουλο, Γαΐτη, Κοντόπουλο, Μπουζιάνη
κ.α., που λειτουργούν πιο αυτόνομα ως μη καθηγητές, αλλά όντας ήδη
αναγνωρισμένοι πρωτοπόροι μοντέρνοι και αφηρημένοι καλλιτέχνες, επενεργούν
άμεσα ή έμμεσα στη διαμόρφωση-αισθητική συγκρότηση του Σκλάβου. Και βέβαια
καθοριστικό ρόλο παίζει και ο μοντέρνος γλύπτης – δάσκαλος πλέον στην ΑΣΚΤ -
Τόμπρος, ο οποίος διδάσκει μοντέρνα γλυπτική σύμφωνα με τις αρχές της Σχολής
του Παρισιού3*.
Συγχρόνως στο βάθος (arrière fond) υπάρχει πάντα ο μέγας Χαλεπάς, ο
οποίος έχει αρχίσει να αναγνωρίζεται (με έργο
γερμανικής-νεορομαντικής-νεοκλασικής προέλευσης και έμπνευσης), που η
αυτονόμησή του από την παράδοση, την παραστατικότητα, όπως λένε ο Καλλιγάς και
ο Σπητέρης, δυστυχώς του είναι πολύ
επώδυνη… Όλο το έργο του δεν είναι ακόμη ίσως ευρύτερα γνωστό ή αντιληπτό, αλλά
η Κοιμωμένη έχει προκαλέσει τεράστια
αίσθηση. Συζητιέται ευρύτερα και αναλύεται στην παραμικρή λεπτομέρειά της. Η
όλη σύλληψή της ως σχήμα και ως μορφή είναι μοναδική στην ιστορία της τέχνης,
και μόνο με μερικά έργα του Κανόβα μπορεί να συγκριθεί, αν και δεν είναι
σίγουρο ότι ο Χαλεπάς γνώριζε αυτόν το μεγάλο νεολασικιστή και πρωτο-μοντέρνο
γλύπτη του τέλους του 18ου αι. στη Βενετία.
Η Κοιμωμένη
συγκλονίζει με την ευαισθησία της τους πάντες, καλλιτέχνες και μη, γίνεται με
το βαθύτερο ανθρωπισμό της ένα έργο αναφορά, ένα έργο – σύμβολο ενός βαθειού -
ιστορικού τότε – νέου ανθρωπισμού. Η πλήρης μελέτη-ανάλυση του έργου αυτού, αν
και αναγκαία, δεν έχει γίνει ακόμη. Αλλά αυτό που είναι βέβαιο, είναι ότι με το
μοναδικό ανθρωπισμό του επηρεάζει βαθύτατα τον Σκλάβο, ο οποίος ζώντας στο
Παρίσι πλέον από κοντά τον ανθρωπισμό του Ζαντκίν, που και αυτός είναι
επηρεασμένος από την μοντερνιστική γερμανική χειραφέτηση, εξπρεσιονιστικής
κυρίως έμπνευσης – επίδρασης, προσπαθεί στη συνέχεια να ευαισθητοποιήσει τον
κυβισμό και τον νεοκυβιστισμό εξπρεσιονίζοντάς τους, για να χρησιμοποιήσουμε
έναν νεολογισμό. Μέσα σε αυτό το πνεύμα των εξπρεσιονίστων, για να
χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Καλλιγά, ο Σκλάβος συλλαμβάνει αρκετά χαλεπικά, αν
μας επιτρέπεται η έκφραση, το μεγάλο, το
ιστορικό πήδημά του προς την αφαίρεση, με το έργο του – αναφορά, Αρχή μιας εποχής.
Το έργο αυτό είναι μια αφηρημένη
παραμόρφωση – μετάπλαση της Κοιμωμένης4*, χωρίς να την
προδίδει. Αντίθετα, από μια ορισμένη άποψη, προχωρεί την πρωτομοντέρνα
αισθητική επανάσταση του Χαλεπά και τη φθάνει στο τέλος της, για να θυμηθούμε
και τον Μαρξ.
Από την άλλη, η όλη σύλληψη της
αφαίρεσης από τον νεαρό συγκροτημένο – ολοκληρωμένο πλέον αφηρημένο γλύπτη της
πρωτοπορείας Σκλάβο είναι ευρύτερη. Δεν περιορίζεται στην Χαλεπο-Ζαντκική
επίδραση-σύνθεση, ούτε στους άλλους ιστορικούς δασκάλους του. Η επίδραση του
Μάλεβιτς (που τότε στο Παρίσι ήταν πάλι στην επικαιρότητα από τη νέα
πρωτοπορεία) και τον Καντίνσκυ (που είχε αναγνωριστεί ευρύτερα), και που οι δύο
στον κύκλο του Ζερβού και ειδικότερα για την Βαλλιέ ήταν οι αφηρημένοι
καλλιτέχνες-αναφορά, ήταν τέτοια, που πλέον ώθησαν τον Σκλάβο αναπόδραστα σε
μια προχωρημένη, όπως έλεγε ο Conio,
και ριζοσπαστική, με την έννοια του Αντόρνο, αφαίρεση κατά τρόπο αναπόδραστο,
καθορισμένο, ολικό. Αλλά πάντα στην αρχή τουλάχιστον της καμπής του προς την
αφαίρεση η αναφορά ήταν ο Χαλεπάς (: η μοναδική Κοιμωμένη).
Ο Σκλάβος, χειραφετημένος πλέον από τους
ενδιασμούς του μεγάλου μοντέρνου και ανθρωπιστή κυβο-εξπρεσιονιστή Ζαντκίν,
φθάνει σε μια αφαίρεση αυτόνομη και με δική της εσωτερική σύλληψη – συγκρότηση,
αν και οι αναφορές του είναι πολλές στους μεγάλους καλλιτέχνες της πρωτοπορίας
και ιδίως στον δάσκαλό του Ζαντκίν. Η αφαίρεση όμως του Σκλάβου έχει πλέον μια
αυτόνομη ύπαρξη, ένα δικό της λόγο ύπαρξης (sa raison d' être).
Παρά την ολική προσωπική αισθητική
συγκρότησή του, ο Σκλάβος είναι αναγκαίο να συλληφθεί το σύνθετο ακόμη και
πολύπλοκο, αλλά ίσως και αντινομικό
προϊόν της κίνησής του ως αφηρημένου πλέον γλύπτη ευρύτερα προς την χειραφέτηση
και την αυτονόμηση, μέσω κυρίως της κατάκτησης ακριβώς της αφαίρεσης. Όλοι οι
δάσκαλοί του ήταν φορείς κάποιων συγκεκριμένων ιδεών, λιγότερο ή περισσότερο
πρωτοπόρων, μοντέρνων, ακόμη και αφηρημένων. Οι πρωτοπόρες αυτές ιδέες, ως
αφηρημένο αισθητικό και μορφικό-μορφολογικό ξεπέρασμα και μάλιστα στην
αντιθετική σύνθεση της γερμανικής τάσης προς την απελευθέρωση, ρομαντικο-εξπρεσιονιστικής
υφής και της γαλλικής κυβιστικής και νεοκυβιστικής τάσης, με εξπρεσιονιστική
επίδραση είτε στο Παρίσι είτε στην Αθήνα και με πιο καθαρή την επίδραση της
πρωτοπόρας τάσης της Αλεξάνδρειας, δυσκολεύονται να φθάσουν στη μεγάλη σύνθεση. Κανένας μεγάλος καλλιτέχνης
της πρωτοπορίας δεν είχε αποπειραθεί μέχρι τότε, για ιστορικούς κυρίως
λόγους, τη μεγάλη αφηρημένη σύνθεση. Χωρίς τις πολλαπλές και αλληλοσυνδεόμενες
αναφορές σε αυτούς τους μεγάλους καλλιτέχνες της πρωτοπορίας, θα ήταν αδύνατη η όποια ποιοτική συγκρότηση
του Σκλάβου, αλλά η αφαίρεση που αποπειράθηκε και πραγματοποίησε στη συνέχεια
συστηματικά, ήταν κατά πολύ πέραν και πάνω από μια απλή πρόσθεσή τους. Ήταν
κυρίως ένα ιστορικό αισθητικό συνθεσιακό-συνθετικό ξεπέρασμα ως
συγκεκριμενοποίηση μιας καθορισμένης άρνησης του συστήματος, της αλλοτρίωσης,
της νόρμας, του ορθολογισμού κ.τ.λ. Και ως τέτοιο το όλον αισθητικό αυτό
παράδειγμα ήταν μοναδικό: Ένα ρήγμα στο σύστημα της κυριάρχησης, του
ορθολογισμού και της εγγενούς γενικευμένης ορθολογικοποίησης και συγχρόνως ένα
άνοιγμα στον κόσμο, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, όπως θα έλεγε και ο
Αξελός. Χωρίς τη σύλληψη, την κατανόηση και τη μελέτη των προηγούμενων,
αλλά και των σύγχρονων και αισθητικών ρευμάτων, όπως τόνιζε ο Γκολντμάν, δεν θα
ήταν δυνατή η σύλληψη της όλης σύνθετης
– ανατρεπτικής πορείας του Σκλάβου προς την αφαίρεση. Αυτή στηρίζεται στη γνώση
των προηγούμενων τάσεων και επιδράσεων, αλλά πάντοτε ιστορικο-γενετικά
προσεγγισμένων, χωρίς να περιορίζεται σε αυτές. Αντίθετα ο Σκλάβος αποπειράθηκε
ένα ιστορικό ξεπέρασμα – σύνθεσή τους, μια νέα αισθητική και μορφική αφηρημένη
συγκρότηση (constellation)
– σύνθεση, ο Σκλάβος πάντοτε βρισκόμενος στη συνέχεια του βαθειού ανθρωπισμού
του μοντερνισμού και της Αφαίρεσης: Μάλεβιτς, Καντίνσκυ, Μπρανκούζι,
Μοντιλιάνι, Ζαντκίν, Κεφαλληνός, Κοντόπουλος, πρώτος Γαΐτης, πρώτος Καπράλος,
Ζογγολόπουλος, Στάμος, Σαραφιανός, Σκλάβος, Τσίγκος, Τούγιας, Μπ. Νιούμαν, Αντ.
Ράινχαρντ, Ρόθκο, Fr.
Kline,
άλλοι καλλιτέχνες της Ανήμορφης τέχνης: Poliakof, Ν. ντε Σταλ, Charchoun κ.α. και ως επίκεντρο
πάντοτε ο Ζερβός. Και βεβαια η ιστορικά μοναδική ανθρωπιστική κριτική θεωρία των
καλλιτεχνών αυτών και του Ζερβού ως απαύγασμα της βαθύτερης ιστορικοκοινωνικής
κίνησης της κοινωνίας προς την απελευθέρωση, πάντοτε υπό την επήρεια της
Αντίστασης.
Ο ανθρωπισμός της πρωτοπορίας βγήκε μέσα
από την ρώσικη επανάσταση του 1905 και
κυρίως του 1917, τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο και στη συνέχεια τον Β΄. Όταν πλέον
παγιώθηκε το σύστημα μεταπολεμικά, άρχισε να υποχωρεί ο ανθρωπισμός και μάλιστα
προοδευτικά ν’αντικαθίσταται από τον αντιανθρωπισμό. Ετσι πήγαμε μετά την καμπή
που ακολούθησε τον Μάη του 68 από μια νεοανθρωπιστική σύλληψη και θεωρία στη σημερινή
νεοβάρβαρη κατάσταση αντι-άνθρωπος.
ΧΑΛΕΠΑΣ6 – ΣΚΛΑΒΟΣ
Ι
Ο κλασικισμός του Χαλεπά προέρχεται από
τον καθηγητή του στην ΑΣΚΤ, Λ. Δρόση. Αντίθετα η Κοιμωμένη, έργο της πρώτης περιόδου του, αφότου γύρισε από τη
Γερμανία, έχει ξεφύγει από τον κλασικισμό, και συνιστά με τα άλλα έργα της
ίδιας τάσης έργο σταθμό, αναφορά στο πρωτομοντέρνο ρεύμα γλυπτικής, που ουσιαστικά δημιουργεί.
Βέβαια δεν ήταν τεχνικά τέλειο έργο. Υπήρχαν μαρμαράδες - γλύπτες, όπως οι
Φυτάληδες, που είχαν κάνει καλύτερα
έργα. Όμως μέσα και παρά τις ατέλειές του - ίσως υπό το βάρος και της συγκίνησής του -, η Κοιμωμένη ήταν πιο καλλιτεχνική, δηλαδή ήταν αρτίστικη
σε σχέση αυτές που έκαναν οι μεγάλοι μάστορες-μαρμαρογλύπτες. (Εξάλλου ο Χαλεπάς ακόμη ήταν νέος και δεν είχε
τελειοποιήσει την τεχνική του).
Από μια άποψη, η Κοιμωμένη ήταν ένα από τα πρώτα αυτόνομα έργα μοντέρνας γλυπτικής,
καθόσον ήδη εξπρεσιονίστικο, όπως θα έλεγε και ο Καλλιγάς7. Ο Χαλεπάς γυρνώντας
από το Μόναχο ολοκληρωμένος γλύπτης, με σημαντικές σπουδές κοντά σε ρομαντικούς
και στη συνέχεια σε ρεαλιστές δασκάλους-καλλιτέχνες της εποχής, με την Κοιμωμένη αποπειράται μια αποδέσμευση,
αυτονόμηση, χειραφέτηση στους νέους μοντέρνους καιρούς, που είχε μπει η ελληνική κοινωνία. Η αστική τάξη
έχει αρχίσει να συγκροτείται ως αυτόνομη τάξη στις αρχές του αιώνα, και
συγχρόνως έχει αρχίσει να εμφανίζεται το εργατικό, το αγροτικό και γενικότερα
το κοινωνικό κίνημα. Στο μεταίχμιο από την παραδοσιακή κοινωνία προς τη
μοντέρνα, ο Χαλεπάς με την Κοιμωμένη
δίνει ένα άριστο δείγμα κοινωνικής και ευρύτερης ανθρωπιστικής ευαισθησίας,
διαφοροποίησης. Έτσι αυτό το ιστορικό έργο, παρά τις ατέλειες και τις
δυσαναλογίες του, τις γεωμετρικές – αντιποζιτιβιστικές παραβάσεις και
υπερβάσεις του ακόμη καλύτερα, ίσως και εξ αιτίας τους, γίνεται το έργο-σύμβολο
του νεώτερου ανθρωπισμού στη χώρα μας, με ευρύτερη μάλιστα εμβέλεια και σηματοδότηση. Και μάλιστα, ίσως
να μείνει στην ιστορία για πάντα ένα ιστορικό-αισθητικό ανθρωπιστικό σύμβολο8. Και πάνω σε αυτά
στηρίχθηκε, πάτησε ο μέγας καλλιτέχνης της νεώτερης, της ύστερης καλύτερα
γλυπτικής πρωτοπορίας Σκλάβος, για ν’αποπειραθεί Χαλεπικά-Ζαντκινικά τη μεγάλη
αφηρημένη υπέρβασή του, και κατά τούτο πάντοτε ανθρωπιστική και πανανθρώπινη με
νεώτερους, σύγχρονους τρόπους και όρους, ως συγκεκριμένη εκδήλωση της
προσπάθειας αυτονόμησης της υποκειμενικότητας.
ΙΙ
Ο Χαλεπάς μέσα από τη συνεχή, εντατική
σε υπέρτατο βαθμό (acharné) εργασία του κατέληξε στη διαπίστωση ότι τέλειωσε ο νεοκλασικισμός, που τόσο πολύ
τον είχε απορροφήσει, καθόσον αυτός σπούδασε στη Γερμανία. Από το σημείο αυτό
και μετά, όπως επισημαίνει και ο Καλλιγάς, ένοιωσε ένα τεράστιο κενό. Ούτως ή
άλλως η προβιομηχανική ελληνική κοινωνία είχε αρχίσει να αλλάζει με την
προϋούσα αστικοποίηση και εκβιομηχάνισή της. Έτσι ο νεοκλασικισμός, αισθητικό
ιδίωμα της προηγούμενης περιόδου της γερμανικής – έντονα μέχρι τότε κοινοτικής
– κοινοταριστικής έμνευσης, επίδρασης, εκ των πραγμάτων έγινε caduc, δηλαδή κενός περιεχομένου, άνευ
νοήματος, λόγο ύπαρξης. Άλλες οι ιδεολογικές και οι αισθητικές ανάγκες της
νεο-αναδυόμενης κοινωνίας του μονοπωλιακού καπιταλισμού στη Γερμανία και στην
Ελλάδα, αλλά και γενικότερα. Μέσα σε αυτές τις μεταβατικές συνθήκες
εμφανίστηκε ως κραυγή και ως εξέγερση
στη Γερμανία ο εξπρεσιονισμός, απόηχος του οποίου ήλθε στην Ελλάδα με τον
Μπουζιάνη.
Ο Χαλεπάς μέσα σε συνθήκες έντονης πλέον
κρίσης, αμφιβολίας, αμφισβήτησης περιέπεσε σε μια δύσκολη ψυχοδιανοητική
κατάσταση, που του απέτρεπε τη
δημιουργία νέων μορφών. Όταν μετά από χρόνια ξανάρχισε να δουλεύει,
ξανασυνδέθηκε με το γνώριμο δυναμισμό του, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά να
δημιουργήσει ένα νέο και καινοτόμο έργο. Όμως δημιούργησε μερικά πολύ σημαντικά
πρωτομοντερνιστικά θα λέγαμε γλυπτά, τα οποία ήταν μακριά πλέον από την
νεοκλασικιστική παράδοση. Ένα περίτεχνο έργο ήταν, μεταξύ άλλων, και η ιστορική
Κοιμωμένη.
Κάτι ανάλογο φαίνεται ότι συνέβη και
στον Σκλάβο, ο οποίος τουλάχιστον την Κοιμωμένη μάλλον την είχε μελετήσει
εντελεχώς, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που του δημιούργησε μια αναφορά, περισσότερο
ίσως αυτή παρά το έργο του δασκάλου του Τόμπρου. Έτσι μπαίνει ορμητικά στο
μοντερνισμό μέσω της αφαιρετικοποίησης της Κοιμωμένης
με την Αρχή μιας εποχής και συνέχισε να λειτουργεί και να δρα σε ένα μετά
Χαλεπά πεδίο, με σταθερή την τάση πάντοτε προς την αφαίρεση, μέχρι που
αυτονομήθηκε εντελώς μετά το 1959, και μπήκε πλέον συστηματικά στην αφαίρεση.
Όμως φαίνεται ότι και αυτός βίωνε μια
υπόγεια, μια υπόρρητη μεταλλαγή, μορφική-μορφολογική και αισθητική,
σε διαλεκτική σχέση με τη βαθύτερη μεταλλαγή της κοινωνίας, από το μονοπωλιακό
προς τον ύστερο καπιταλισμό, όπου πλέον χάνεται ολικά κάθε αυθεντικότητα μέσα
σε ένα περιβάλλον γενικευμένης αναζήτησης του ανθρώπου και κυριαρχίας του inhumain, του μη ανθρώπινου
(ακόμη και του απάνθρωπου). Έτσι ο Σκλάβος βιώνει αυτή τη μεταλλαγή ως ένα
πήδημα στο κενό. Για αυτό και οι συχνές αναφορές του σε αυτό, σε μια πλέον
μόνιμα αβέβαιη κατάσταση χωρίς καμία μάλιστα ανθρωπιστική προοπτική. Απόλυτα
τραγικό με νέους όρους, όπως τραγικό ήταν και το παράδειγμα του Χαλεπά στην
προηγούμενη μεταβατική περίοδο.
Η προοδευτική κυριαρχία της αφαίρεσης
μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1950-60 συνοδεύτηκε και από μια ενδογενή τάση
προς τον ακαδημαϊσμό, τον επονομαζόμενο ακαδημαϊσμό της αφαίρεσης. Λύση
νεομοντέρνα, μοντερνιστική από ότι φαίνεται εκ των υστέρων δεν υπήρξε.
Όλες οι νεότερες τάσεις που
δημιουργήθηκαν είχαν έντονο το στοιχείο της υποχώρησης, μορφικής και
αισθητικής, όπως και της προοδευτικής εγκατάλειψης του μοντερνισμού ως προσέγγιση,
καθώς και της τάσης προς την προσαρμογή και τη συνθηκολόγηση. Μέσα σε αυτό το
νέο αισθητικό περιβάλλον, όπως αυτό διαμορφωνόνταν, ο Χαλεπάς, ιδίως με το έργο
της ύστερης περιόδου του με την ακραία τραγικότητά του, παρέμεινε πάντοτε μια
αναφορά στον Σκλάβο, όπως βέβαια και ο Τόμπρος και ο Κεφαλληνός όσον αφορά τον
ελληνικό καλλιτεχνικό μοντερνισμό, και βέβαια ο Καντίνσκυ που ηταν στην
επικαιρότητα τότε στο Παρίσι, αλλά και ο ξεχασμένος Μάλεβιτς, που είχε
ανακαλυφθεί από την παρισινή και αμερικανική πρωτοπορία.
ΙΙΙ
Ο Χαλεπάς, σπουδασμένος στη Γερμανία
όταν κυριαρχούσε ο νεοκλασικισμός δούλευε τουλάχιστον στην πρώτη περίοδο του,
ακολουθώντας όσο πιο πιστά μπορούσε το μοντέλο του.
Ο Σκλάβος, αντίθετα, στην εποχή της
κυριαρχίας της Ανήμορφης τέχνης, έχει πάντοτε κάποια μικρότερη ή μεγαλύτερη
αυτονομία, όταν κατασκευάζει ένα γλυπτό, πελεκώντας το μάρμαρο ή άλλα υλικά.
Δηλαδή δεν ακολουθεί πιστά το σχέδιο. Ακομη τα σχέδιά του από την Αρχή μιας εποχής και μετά έχουν ένα
χαρακτήρα αυτόνομης τέχνης όπως και τα γλυπτά του, τα οποία έχουν μεν μορφική
απροσδιοριστία, υπό την επήρρεια της ανήμορφης τέχνης. Δεν μιλούμε για ανήμορφη
γλυπτική. Αλλά η γλυπτική του Σκλάβου και του Τζιακομέττι επηρεάζονται
καθοριστικά από το πνεύμα ελευθερίας που φέρει η Ανήμορφη τέχνη, τότε μάλιστα
κυρίαρχη στο Παρίσι.
ΧΑΛΕΠΑΣ9: Η
ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ
Μέσα στο γενικότερο πνεύμα του
νεοκλασικισμού – ρομαντισμού του τέλους του 19ου αιώνα, γερμανικής έμπνευσης –
προέλευσης, ένα από τα κύρια θέματα ήταν η Κοιμωμένη. Η ανάδειξη του μύθου της
Κοιμωμένης σε μια κυρίαρχη φιγούρα – προβληματική του νεο-ανθρωπισμού της
εποχής: Της τάσης της αυτονομημένης υποκειμενικότητας προς τον
αυτοπροσδιορισμό-χειραφέτηση. Έτσι ο συγκινητικός θάνατος της Αφεντάκη έδωσε
την ευκαιρία στον νέο και πρωτοπόρο για την εποχή μεγάλο γλύπτη Χαλεπά να
δημιουργήσει μια μορφή-σύμβολο της ανθρωπιάς, ύμνο στην πάσχουσα νεαρή κοπέλα,
την οποία δεν ήθελε νεκρή, αν και είχε πεθάνει πρόωρα και τραγικά. Το παίξιμο
του Χαλεπά με τη ζωή και το θάνατο είναι μοναδικό, αναδεικνύοντας μέσα από τις
υπερφυσικές διαστάσεις της ήρεμα κοιμωμένης Αφεντάκη την αυτούσια ομορφιά της
πάντοτε “ζώσας” αυτής συγκινητικής όσο και άτυχης κοπέλας.
ΣΚΛΑΒΟΣ:
ΑΡΧΗ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ
Το κίνημα αυτό της κοιμωμένης, της
εκδοχής – θεμάτων της κοιμωμένης έφθασε στον Σκλάβο, μάλλον μέσω Θωμόπουλου,
αλλά με ένα ανατρεπτικό-κυβιστικό-αφηρημένο πλέον τρόπο: Η αιώνια αφηρημένη
εξύμνηση της πάσχουσας ζωντανής-νεκρής υποκειμενικότητας, επικαιροποιημένη στην
εποχή του αρχόμενου ύστερου ισοπεδωτικού για τον άνθρωπο – υποκειμενικότητα καπιταλισμού.
Η αντίσταση – εξέγερση του Σκλάβου
απέναντι στην γενικευμένη ολική πραγμοποίηση, και με ψυχιατρικούς όρους, όπως ήθελε και ο μεγάλος μαρξιστής
ψυχαναλυτής και μαθητής του νεαρού Λούκατς, και
φίλος του Γκολντμάν, Γκαμπέλ στο
Παρίσι, μέσα στο πνεύμα του τότε
ακμάζοντα ριζοσπαστικού - νεο-ανθρωπισμού, ήταν της ίδιας ολικής και
καθορισμένης έμπνευσης – εμβέλειας,μέσα από ένα επικαιροποιημένο έργο – σύμβολο
μιας ιστορικής, ακόμη και αρχαιο-ελληνικής μυθολογικής προέλευσης.
Ο ανθρωπισμός του Σκλάβου μέσω της
αφαίρεσης στο διηνεκές εξυμνεί την
ανθρώπινη διάσταση, την ανθρωπιά, τη ζωή στον αγώνα της ενάντια στο
θάνατο. Ενάντια γενικότερα σε κάθε μελοθάνατο-θανατηφόρο (moribοnd - mortifeur) στοιχείο, που παράγει
πλέον δομικά το ξεπεσμένο ολοκληρωτικά σύστημα.
ΖΑΝΤΚΙΝ10 – ΣΚΛΑΒΟΣ
Aufheben
- Aufhebung
Ο Σκλάβος γνωρίζοντας άριστα το έργο και
την όλη αισθητοκαλλιτεχνική πρακτική του Ζαντκίν, στηρίζεται στις μορφοποιήσεις
του, και συγχρόνως τις ξεπερνά, αφαιρετικοποιώντας
τες.
Από τη μια μεριά η επίδραση της νέγρικης
τέχνης ως βάση της τάσης του προς την έκφραση (expression) ωθεί στον αυθορμητισμό
της γλυπτικής πρακτικής τον Ζαντκίν. Από την άλλη, ο εγγενής επαναστατισμός (révolutionarisme) των Lipchitz και Archipenko οδηγούν σε ένα εξίσου εγγενή μοντέρνο –
μοντερνιστικό εξπρεσιονισμό τον Ζαντκίν. Από την άλλη, η έλλειψη τελειοποίησης (l’imperfection) του σχεδίου και του
πελεκήματος συνιστούν τη μοντέρνα δομική – θεληματική ανολοκλήρωση, μορφική –
μορφολογική – αισθητική του Ζαντκίν. (Ανολοκλήρωση με την αντορνική έννοια του
όρου. Ίδια εξάλλου ανολοκλήρωση, εξπρεσιονιστικής προέλευσης – επίδρασης,
υπάρχει και στην Κοιμωμένη του
Χαλεπά).
Ο εξπρεσιονισμός του Ζαντκίν, γαλλικής
απόκλισης, πάντοτε βαθύτατα ανθρωπιστικός, είναι πιο ισορροπημένος από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό
των ορίων, της απόγνωσης, της εξέγερσης.
Ο Ζαντκίν είναι πιο θετικός, επιλεκτικός
κ.τ.λ. από τους μοντέρνους καλλιτέχνες της εποχής του (βλ. την ομάδα Sélection) υπό την επίδραση του
οργανωμένου μοντέρνου κινήματος του Βελγίου, και σε επαφή με το ίδιο μοντέρνο κίνημα της Ολλανδίας. Πάντοτε δε στη συνέχεια του γαλλικού μοντερνισμού:
κυβισμού και νεο-κυβισμού έρχεται ο Ζαντκινικός εξπρεσιονισμός από το 1918-1920
και μετά. Έτσι τα γλυπτά του Ζαντκίν της
διετίας 1918-1920 διαπνέονται από έναν βαθύτατο ανθρωπισμό, συνιστώντας έτσι
μια γαλλική εκδοχή του εξπρεσιονισμού.
Η εργασία του Ζαντκίν είναι κυρίως μια
εργασία πρωταρχικά πελεκήματος, όποιο υλικό και να χρησιμοποιεί, στην
επιφάνεια.
Τα έργα του Ζαντκίν, Odalisque
(1919)
και Femme
couchée
(1925) μοιάζουν
με την Κοιμωμένη. Φαίνεται
μάλιστα ότι η Αρχή μιας
εποχής συνιστά ξεπέρασμα και των δύο
αυτών αναφορών (Ζαντκίν, Χαλεπάς), μέσω κυρίως προβολών, μορφικών απλοποιήσεων,
αφαιρετικοποιήσεων της μορφής.
ΧΑΛΕΠΑΣ:
Η ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ – ΣΚΛΑΒΟΣ: ΑΡΧΗ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ
Η ιστορικά μοναδική ανθρωπιστική σημασία
της Κοιμωμένης επέδρασε καθοριστικά
και ως αφαιρετικοποιημένη μορφή πλέον για τη σύλληψη του βαθειού ανθρωπισμού
της προχωρημένης και ριζοσπαστικής αφαίρεσης του Σκλάβου. Μετά την καμπή προς
την αφαίρεση και υπό την επίδραση του Χαλεπά φαίνεται ότι αυτή υποχωρεί, αν δεν
εκλείπει, σε αντίθεση με την επίδραση του αισθητισμού του Ζαντκίν, που
παραμένει ζωντανή μάλλον μέχρι τέλους, αλλά πάντα με μορφές
διαλόγου-διαλογικές και σύγχρονου
ξεπεράσματος του (Ζαντκίν).
Σκλαβος:
Από τον γερμανο-ελληνικό νεοκλασικισμό-ρομαντισμό-πρωτομοντερνισμό των
Χαλεπά – Ζαντκίν στην αφαίρεση. Στην ολική, την καθορισμένη και ριζοσπαστική –
ανθρωπιστική αφαίρεση.
ΖΑΝΤΚΙΝ
ΚΑΙ ΣΚΛΑΒΟΣ
Ι
Ζαντκίν:
Η αναζήτηση της ζωής μέσω της γλυπτικής με βάση και αναφορά, έμπνευση και
επίδραση, προέκταση πρωτομοντέρνα, αυτή της ρωμαϊκής γλυπτικής: Ο βιταλισμός (vitalisme) ιδίως
του Μπρανκούζι και ο γενικότερος πριμιτιβισμός της πρώτης πορείας μέσα
στο γενικότερο πλαίσιο της κοινωνικής – κοινωνιολογικής θεωρητικοποίησης και
σκέψης των αρχών του ΧΧου αι.
Υπήρχε τότε ένας νέος και διάχυτος πλέον βιταλισμός, διαδεδομένος στο
χώρο των κοινωνικών επιστημών και της πρωτοπορίας στη Γερμανία και στη Γαλλία.
Όμως υπάρχει συγχρόνως και ο πριμιτιβισμός ειδικά στη Γαλλία ως αναφορά, βάση
για την αναζήτηση εξόδου από τα αδιέξοδα του ακαδημαϊσμού και συγχρόνως του
γενικότερου ορθολογισμού, που τότε έτεινε να γίνει σύστημα, με όλες τις
συνέπειες11.
II
Ζαντκίν: Το πελέκημα του ξύλου και της
πέτρας ρέπει προς μια αυθόρμητη-πρακτική που εφευρίσκει-δημιουργεί μορφές όπως
τις δημιουργεί, και συνδέεται με τη νέα ευαισθησία που εμφανίστηκε στις αρχές
του ΧΧου αι. ως κύρια εκδήλωση – επιβεβαίωση της χειραφετημένης-μοντέρνας
υποκειμενικότητας. Έτσι η μοντέρνα γλυπτική, υπό την επίδραση και του
εξπρεσιονισμού ρέπει προς την αυτονόμηση, στη δημιουργία νέων – οργανικών –
μορφών, και γενικότερα στην πνευματοποίηση της ύλης (spiritualisation).
To
πελέκημα
μέσω του αυθορμητισμού με τον οποίο συνδέεται απελευθέρωσε την
υποκειμενικότητα, την ευαισθησία, τη φαντασία και υποβοηθεί τη δημιουργία νέων
μορφών μακριά από την παράδοση, τον ακαδημαϊσμό κ.τ.λ.
Οδηγεί στο ξεπέρασμα, ακόμη και στην
κατάργηση των νορμών.
Η αυτόνομη καλλιτεχνική εργασία είναι συστηματική
παράβαση ή και υπέρβαση νορμών, σε αντίθεση με τη μαστορική τέχνη, που είναι
αυστηρή ως προς την τήρηση των τεχνικών,
γεωμετρικών και άλλων αρχών. Το έργο που δημιουργεί η καλλιτεχνική εργασία δεν
έχει καμία αξία χρήσης ή λειτουργικότητα, και
συγχρόνως η πρωτοπορία προσπάθησε να μη έχει και διακοσμητικό χαρακτήρα. Το έργο τέχνης μέσα στον αυτόνομο
χαρακτήρα του και τον αυτοπροσδιορισμό του, το μόνο λόγο ύπαρξης που έχει,
πέραν από μια αισθητική απόλαυση που προσφέρει, είναι η αυτόνομη προβληματική
που δημιουργεί για τον άνθρωπο, τον οποίο
ωθεί γενικότερα προς τον στοχασμό (réflexion). Συγχρόνως αναζητεί και
την άρνηση της αλλοτρίωσης. Το συμπυκνωμένο
περιεχόμενο που εμπεριέχει και εκφράζει είναι ένας χώρος αυτόνομου
προβληματισμού και αυτοπροσδιορισμού της χειραφετημένης υποκειμενικότητας σε
διαδικασία αυτοπροσδιορισμού.
Ο Σκλάβος ως γενικότερα καλλιτέχνης της πρωτοπορίας διαμορφωμένος
καθορισιτκά και από τη διδασκαλία και την πρακτική του Ζαντκίν, δρα ως αυτόνομο
και αυτοστοχαζόμενο υποκείμενο επί της ύλης. Οπότε στον Σκλάβο υπάρχει διαλεκτική
σχέση ύλης-πρωτοπόρου καλλιτέχνη, αλλά η προτεραιότητα δίδεται στο νομιναλισμό
του καλλιτέχνη, για να παραφράσουμε τον Γκράμσι και τον Th. De Duve, υπερβαίνοντας έτσι τις
μηχανιστικές αντιλήψεις για αντικειμενικούς
νόμους και παντοδυναμία υποτίθεταιο του υλικού κόσμου.
ΙΙΙ
O
Ζαντκίν από το 1920-22 και μετά εγκατέλειψε τον απρόσωπο, όπως τον αποκαλεί,
και φορμαλιστικό κυβισμό, για την αφαίρεση πλέον.
Για μια πρωτότυπη, προσωπική αφηρημένη
γλυπτική.
Ζαντκίν. Μέσα σε ένα παρανοϊκό,
ανορθόλογο, παραμορφωμένο σύγχρονο κόσμο η μόνη λύση που μένει στον πρωτοπόρο
μοντέρνο και ανθρωπιστή καλλιτέχνη-γλύπτη είναι η παραμόρφωση-αφαιρετικοποίηση
των μορφών, των τρεχουσών, των παραστατικών μορφών.
Από το σημείο αυτό και μετά ανοίγεται
ένας νέος ορίζοντας απελευθερωτικής – χειραφετησιακής, λιγότερο ή περισσότερο,
αφαιρεσιακής αισθητοκαλλιτεχνικής πρακτικής. Η βίωση της διαδικασίας
απελευθέρωσης δια της απελευθερωτικής αισθητοκαλλιτεχνικής πρωτοπόρας πράξης –
πρακτικής. Η αισθητοκαλλιτεχνική πράξη, και ακόμη περισσότερο η φιλοσοφία της
πράξης της πρωτοπορίας, στην εκδοχή ιδίως του Ζαντκίν, είναι μια
συνειδητά-ιστορική κατάσταση στο παρών, σε διαρκές γίγνεσθαι προς το διαρκώς
αφηρημένο – απελευθερωτικό – άλλο.
Τα ιστορικά μοναδικά έργα του Ζαντκίν,
που τα αποκαλούσε γενικότερα «γλυπτά»,
πολύ συχνά με δύο ή περισσότερα πρόσωπα – συνθέσεις – πάντοτε με κυβο-αφηρημένη
παραμόρφωση, ανοίγουν ένα νέο πεδίο πρόσληψης του πραγματικού με συμπόνια,
ανθρωπισμό, ευαισθησία, διαμορφώνοντας έτσι μια νέα κριτική κοινωνική σύλληψη
ακόμη και του συν-άνθρωπου πλέον.
Δεν
πρόκειται για αντεστραμμένο κόσμο, αλλά για παραμορφωμένο
μοντερνικό-αφηρημένο κόσμο, σύμπτωμα της γενικευμένης κρίσης του συστήματος.
Η
ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ, Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΑΦΑΙΡΕΣΗΣ
ΣΤΟΝ ΣΚΛΑΒΟ: 1957-1959
Η αρχή μιας εποχής: Έργο – καμπή
Κεφαλληνός -> Σκλάβος
Τόμπρος -> Σκλάβος
Μπρανκούζι -> Μοντιλιάνι - Ζαντκίν -> Σκλάβος
Ζερβός -> Τόμπρος - Σκλάβος
Ζερβός -> Ζαντκίν – Σκλάβος
Ζερβός -> Σκλάβος
Ζερβός -> Στέρης
Ζερβός -> Στάμος
Περί τα
μέσα
του 1966 κατά τη Ντ. Βαλιέ12, επέρχεται μια μεταστροφή του Ζερβού μπροστά στη
νεοδημιουργουμένη και πλέον διαδιδόμενη ορθολογικοποίηση του συστήματος, στη διάδοση του
καταναλωτισμού και μη αυθεντικών (in-authentiques) μορφών της ζωής και της τέχνης,
άρα και απάνθρωπων (inhummaines), όπως έλεγε ο Γολντμάν. Οπότε ο Ζερβός αποπειράται μια ισορική επιστροφή στην πρωτόγονη τέχνη και στους
πρωτόγονους πολιτισμούς, που υποτίθεται ότι κυριαρχεί η αυθεντικότητα εξ
ορισμού. Εξάλλου υπάρχει μια γενικότερη διαπίστωση
εκείνη την περίοδο ότι επέρχεται
το τέλος της μοντέρνας και της αφηρημένης τέχνης. Η Σχολή του Παρισιού
και η Σχολή της Νέας Υόρκης αρχίζουν να τελειώνουν, και ο
Σκλάβος μένει μόνος να συνεχίζει την περιπέτεια της αφαίρεσης… Αλλά ας κάνουμε μια ιστορική – αισθητική αναδρομή στον μεγάλο
Κεφαλληνό.
Ο Κεφαλληνός, υπό την επήρεια του Μπωλνταίρ και της
γαλλικής γενικότερα πρωτοπορίας, έρχεται σε ρήξη με τον Καβάφη, ο οποίος
παραμένει πάντα ιμπρεσιονιστής-παρνασιστής-συμβολιστής, δηλαδή συνεχίζει μέχρι τέλους να
τοποθετείται στην παράδοση, καταγράφοντας και αποδίδοντας πάντα με εκπληκτικό σκεπτικισμό την εξελεκτική
πορεία της. Αλλά
ο Καβάφης μην
μπορώντας να ξεπεράσει την ιστορική παράδοση
για υποκειμενικούς, ιδεολογικούς και άλλους λόγους δεν έκανε το βήμα προς την αυτονομία, δηλαδή στο μοντερνισμό.
Ο Κεφαλληνός από μικρός αναζητά διέξοδο προς
το νέο και ορμητικό μοντερνισμό, γαλλικής κατά βάση έμπνευσης, και έτσι τείνει ν’αυτονομηθεί από την παράδοση. Με άλλα λόγια αποτολμά (και με την παιδεία του που
έχει των θετικών επιστημών), ένα βήμα προς το άγνωστο, το αβέβαιο. Η μοντέρνα –
μοντερνιστική, με την έννοια του Γκρήνμπεργκ, αβεβαιότητα, με πρωταρχικό κατά
κανόνα το μαύρο, γίνεται η κύρια κατάκτηση της ριζοσπαστικής όσο και καινοτόμας
χαρακτικής του. Τα εκπληκτικά μαύρα σχέδια του Σκλάβου έχουν, εκτός από την
άμεση επίδραση του Μόραλη (άλλου μοντέρνου εξέχοντα δασκάλου του της ΑΣΚΤ,
μαθητή και αυτού του Κεφαλληνού), κυρίως την επίδραση της αποφασιστικότητας της
καμπής, της ρήξης του Κεφαλληνού με την
παράδοση και την επαναστατικοποίηση που εισηγείται της ζωγραφικής, του σχεδίου
και της χαρακτικής δια του μαύρου, του βαθειού μαύρου που απελευθέρωνε από την
παράδοση. (Βέβαια η τάση προς αυτήν την κατεύθυνση-κατάκτηση έπαιξε ρόλο και η
επίδραση του Σκλάβου από τον γιαπωνέζικο μαύρο γραφισμό, πολύ διαδεδομένο – japοnisme τότε
στο Παρίσι).
Οι ριζικές μορφικές - μορφολογικές αλλαγές, ανασυγκροτήσεις,
αναδομήσεις, που αναδύονται στον Σκλάβο στην κρίσιμη διετία 1957-9,
επιτελούνται πάντοτε σε μαύρο φόντο, με μαύρο υπόβαθρο-αναφορά. Ο κόσμος έχει
μπει πλέον για τα καλά στη νεοκαπιταλιστική αβεβαιότητα και αποξένωση.
Ο Καμύ αναλύει το απάνθρωπο αυτό νέο
φαινόμενο, και πολλοί πρωτοπόροι καλλιτέχνες ευαισθητοποιούνται μεν, αλλά δεν
ακολουθούν ένα ριζοσπαστικό δρόμο μέχρι τέλους. Μόνο μερικοί ριζοσπάστες
καλλιτέχνες του μαύρου στην Αμερική (Φρ. Κλάϊν, Μπ. Νιούμαν, Αντ Ράϊχναρντ) και
της παρισινής ανήμορφης τέχνης αντιστέκονται πρωτοπόρα, όσοι βέβαια κατόρθωσαν
να μην αυτοκτονήσουν με τη γενίκευση της απογοήτευσης που επικράτησε με τη
συνειδητοποίηση της διάψευσης της ελπίδας για απελευθέρωση μεταπολεμικά5*.
Το τίναγμα προς τα εμπρός, προς την αφαίρεση
βέβαια, όσο αυτή ήταν ακόμη κυρίαρχη, ηγεμονική ο Σκλάβος το αποπειράθηκε
κυρίως υπό την επήρεια του μεγάλου ανθρωπιστή Κεφαλληνού, αυτονομούμενος και υπό
τη διδασκαλία του Τόμπρου πρώτα και του Ζαντκίν στη συνέχεια.
Η αφηρημένη γλυπτική δεν ήταν πολύ
διαδεδομένη ακόμη και στην ακμή της αφαίρεσης, εξαιρουμένου ίσως του Μουρ, ο
οποίος δεν επηρέαζε πολύ τα πράγματα, καθότι δραστηριοποιούνταν κυρίως στην
Αγγλία. Στο Παρίσι αφηρημένη γλυπτική, καθαρά μιλώντας, μόνον ο Σκλάβος12 αποπειράθηκε να κάνει (με επιδράσεις και δάνειά
του από δασκάλους – καλλιτέχνες και άλλους μεγάλους αφηρημένους καλλιτέχνες),
και μάλιστα σαφώς, αφηρημένη γλυπτική, αυτόνομα, προσδιορισμένα, καθορισμένα
(déterminé) μέχρι τέλους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η αφηρημένη γλυπτική του Σκλάβου πρέπει να
θεωρηθεί
ως προχωρημένη ανασυγκρότηση του πνεύματος, ως αναζήτηση υψηλών πνευματικών αξιών, ως διάλογος με τους μεγάλους καλλιτέχνες –
αναφορά, αλλά και της εποχής του, αλλά και τους δασκάλους του και τους μεγάλους
δασκάλους της αφαίρεσης. Ως παράδειγμα-αναφορά για την κοινωνία και τον
άνθρωπο. Ως ανυψωτική – πρωτοπόρα – πνευματική πρακτική. Ως καταφύγιο μπροστά στη γενίκευση, στην άμπωτη της αλλοτρίωσης, αλλά και ως τάση
φυγής από αυτή, από το σύστημα. Να βγούμε από το σύστημα απελευθερωτικά, μέσω
της αφηρημένης γλυπτικής, για να παραφράσουμε τον O. Revault d’ Allonnes: Αυτό ήταν το
απελευθερωτικό πρόταγμα του Σκλάβου. Η αφηρημένη γλυπτική ήταν για τον Σκλάβο
μια απελευθερωτική πρακτική και
συγχρόνως μια απελευθερωτική κατάσταση. Αλλά και προϋπόθεση της απελευθέρωσης,
όπως θα έλεγε ο Μαρκούζε, αλλά και βίωση
ακριβώς της απελευθέρωσης.
Και αυτή η αισθητική επανάσταση του Σκλάβου
οφείλεται κυρίως – είναι βέβαιο – στη συγκλονιστική αδέσμευτη, ανεξάρτητη και
επιβλητική προσωπικότητα του Κεφαλληνού. Του μεγάλου αυτού ανθρωπιστή
maitre-penseur και
ιστορικά μοναδικού πρωτοπόρου χαράκτη, που μέσα στο κυρίαρχο σύστημα
είχε δημιουργήσει το δικό του αντισύστημα, με τους μαθητές6* του, τις προσωπικότητες με τις οποίες συνδεόταν στενά, έχοντας δημιουργήσει μια σημαντική και
συνεκτική αισθητικά – ιδεολογικά και συγχρόνως ιδιαίτερη – ιδιότυπη κοινότητα. Η όλη οντότητά
του ήταν βγαλμένη μέσα από τη μεγάλη και ιστορική απελευθερωτική περιπέτεια της
ανθρωπότητας, την αρχαία ελληνική, τη μοντέρνα, της
ριζοσπαστικοποίησης του μεσοπολέμου και ιδίως από
την Αντίσταση. Έτσι η άμεση επαφή του ήδη ανήσυχου,
ευαισθητοποιημένου, και γιατί όχι και πρωτοπόρου Σκλάβου με τον δάσκαλο
Κεφαλληνό έμελλε να του αλλάξει συνολικά, να δημιουργήσει για πάντα την κριτική
θεώρησή του του κόσμου, συγχρόνως με την κριτική αισθητική του.
ΑΦΑΙΡΕΣΗ – ΝΕΟΟΥΜΑΝΙΣΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Η νεοουμανιστική φιλοσοφία (και ιδεολογία,
άρα και τέχνη) αρνούνται το δυαδισμό πνεύμα/ύλη. Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερη
σημασία μεταπολεμικά. Συγχρόνως, με τη συνειδητοποίηση των εγκλημάτων του Β΄
παγκοσμίου πολέμου, η νεο-αναδυόμενη πρωτοπορία αρνείται την παραδοσιακή τάση
της ζωγραφικής προς την αναπαράσταση, θεωρώντας ότι αναπαράγει την κατεστημένη
τάξη πραγμάτων, τη διαίρεση μεταξύ φιγούρας και πραγματικότητας. Έτσι η
απόρριψη του υπάρχοντος αλλοτριωμένου κόσμου, ή τουλάχιστον η δυσπιστία
απέναντί του, δεν μπορούν παρά να εκφραστούν με ένα μόνο τρόπο: Απομάκρυνση από
τις εικόνες, τις φιγούρες της υπάρχουσας ξεπεσμένης πραγματικότητας. Μέσα στο
ιστορικό πλαίσιο, όπως αυτό διαμορφώνεται μεταπολεμικά η ουμανιστική κουλτούρα
με αναφορά τον αναλυτικό κυρίως κυβισμό καταλήγει σε μια ιστορικά νέα και
πρωτότυπη – παριζιάνικη – κυβο-αφαίρεση. Η ιδεολογική κριτική – και όχι μόνον –
της πρωτοπορίας της κοινωνίας
διαμορφώνει αυτή την ιστορικά νέα πρωτοπόρα αισθητική τάση μεταπολεμικά. Συγχρόνως
και η απώλεια της συνοχής της τότε κοινωνίας (αν και σε πρώτο στάδιο σε σχέση
με τη σημερινή κατάσταση) ωθούν την τότε πρωτοπορεία με ένα νέο καινοτόμο τρόπο προς την αφαίρεση, ως ολική
άρνηση αυτής της απάνθρωπης πλέον κοινωνίας.
Παρά τις επί μέρους μορφικές – μορφολογικές
τάσεις της νέας αφηρημένης τέχνης που γρήγορα γίνεται ηγεμονική διεθνώς, και
πρωταρχικά στο Παρίσι (Σχολή του Παρισιού) και στη Νέα Υόρκη (Σχολή της Νέας
Υόρκης) υπάρχει μια ενιαία αισθητική - ιδεολογική σύλληψη – άρνηση της υπάρχουσας
απάνθρωπης κοινωνίας ως όλο και πιο συγκροτημένη και σαφής, δηλαδή αφηρημένη πλέον έκφρασή της.
Μία δε από τις κύριες τάσεις ήταν η Art
informel, η Ανήμορφη τέχνη, στην οποία εντάσσεται και η γλυπτική του Σκλάβου ως
ένα σημαντικό βαθμό, καθώς στην αφηρημένη γλυπτική υπήρχαν κάποιες σοβαρές
ιδιομορφίες, σε σχέση με την αφηρημένη ζωγραφική. Η αναζήτηση γνήσιων ιστορικών
ή και προϊστορικών μορφών, η «παραμόρφωση» (déformation) η
αποφιγουροποίηση (défiguration), η ομορφιά του απελευθερωμένου και συνάμα
απελευθερωτικού (Μαρκούζε) γυμνού κ.α. μεταπολεμικά γίνονται οι κύριες τάσεις.
(Βλ. για παράδειγμα την ομάδα COBRA). Στον Σκλάβο υπάρχει και μια άλλη κύρια
τάση13: Η σύνθεση (ή τουλάχιστον η προσπάθεια
σύνθεσης) μορφών, τάσεων, κατακτήσεων προηγούμενων μορφών αφηρημένης τέχνης,
και κυρίως η τάση του συνθετικού πάντοτε προχωρήματός τους, και
μάλιστα πολύ συχνά προς μορφές ξεπεράσματός τους. Η συνειδητή
μάλιστα συστηματική προσπάθεια σύνθεσης
μορφών, σχημάτων κ.τ.λ., ως μια
συστηματική προσπάθεια ξεπεράσματος της αποσπασματοποίσης του ανθρώπινου είναι,
και οπωσδήποτε τουλάχιστον ως συνειδητή απόπειρα. Μια συνειδητή καθορισμένη αρνητικά συνεχής πράξη
ξεπεράσματος της αλλοτρίωσης δια της
συνεχούς αποσπασματοποίησης του ανθρώπου, που δημιουργεί ενδογενώς πλέον και
επιβάλλει το σύστημα.
Η ανήμορφη
τέχνη είναι μια «τέχνη άλλη», σύμφωνα με τον Ταπιέ, με κύρια αναφορά τις
συνθέσεις του Καντίνσκυ. Η σύνθεση στον Σκλάβο είναι η κύρια τάση ή κατάσταση,
χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι μορφές που επιτυγχάνει να δημιουργεί στα σχέδιά
του, που ουσιαστικά είναι μονόχρωμοι-μαύροι- πινακες ή ακόμη και σε πολλά έργα
του έχουν κάτι το απόλυτα ορισμένο ή διαμορφωμένο. Ούτε αυτός ήταν ο στόχος
του. Έτσι αναδεικνύεται και το «άλλο έργο», η άλλη ζωγραφική και γλυπτική,
δηλαδή η ανήμορφη, ως μια κύρια τάση, ακόμη και καντινσκυκής
έμπνευσης ή προέλευσης (και βέβαια όχι μόνον).
Τα μεγάλα μαύρα σχέδιά του προσιδιάζουν με τα
αντίστοιχα έργα του Αμερικάνικου αφηρημένου εξπρεσιονισμού,
δείχνοντας έτσι την περίπου ίδια
προβληματική του, τη βαθιά ανησυχία του
για το ανθρώπινο γίγνεσθαι, της έκφρασης του τραγικού αδιεξόδου της
καταναλωτικής κοινωνίας που σιγά-σιγά εδραιώνεται.
Η θέαση του ήταν σκοτεινή, αγχωτική,
αγωνιακή, ιδίως στα σχέδια αυτά, αλλά η αφηρημένη γλυπτική του παραμένει πάντοτε
μια θετική διέξοδος. Οι μορφές του είναι πιο επιθετικές, ευαίσθητες, φωτεινές –
ακτινοβολούσες.
Ο έντονος διάλογός του ανάμεσα στην αποδόμηση
και την κατασκευή (déconstruction/construction)
οδηγούν τον Σκλάβο προς το παράδοξο, το παράλογο της σύγχρονης ύπαρξης, πολύ
κοντά σε αυτό του σύγχρονού του Μπέκετ.
Οι εμφανίσεις των μορφών μετά από τα
πολύπλοκα σχέδια και γλυπτά του παραπέμπουν σε ένα κόσμο αβέβαιων μορφών με
ανήμορφες σιλουέτες που γίνονται επιβλητικές.
Οι από τα μέσα χώροι,
όπως αποκαλούνται στην Ανήμορφη τέχνη, εμφανίζονται επιβλητικά, συγκροτώντας έναν
πραγματικό «απελευθερωτικό» αλφάβητο, όμως δύσκολα συλλήψιμο.
Ο κόσμος του, όπως εμφανίζεται μέσα από το
έργο του είναι ένας κόσμος σε καταστροφή (en ruines) (ένας δηλαδή ουσιαστικά
κατεστραμμένος κόσμος), ο οποίος όμως εναγώνεια προσπαθεί να αποκτήσει
συνείδηση της αρνητικής, ακόμη και της τραγικής κατάστασής του, έστω και
ανήμορφα… Ο δρόμος που άνοιξε ο Καντίνσκυ προς τη σύνθεση, και που ακολούθησε
πιστά ο Σκλάβος, διατηρώντας την μάλιστα συνέχεια, λόγω της υπόρρητης κρίσης
που βάραινε όλο και περισσότερο στη συνείδησή του έγινε και αυτή μια ανήμορφη,
δηλαδή μοντέρνα και αφηρημένη, αλλά με τους τότε σύγχρονους όρους.
Ουσιαστικά σήμερα, με βάση και τις νεώτερες
έρευνές μας, προσπαθούμε μια μετακριτική ανασυγκρότηση όλης της αισθητικής
προσέγγισης μας του Σκλάβου και του έργου του συγχρόνως με μια μετα-αισθητική
της αφαίρεσής του, του αφηρημένου καλλιτεχνικού παραδείγματός του, της όλης
σύλληψης και πρακτικής του προς το διαρκώς μορφικό άλλο, το διαρκώς νέο
πνευματικό, το συνεχές πέραν (au delà).
Η αισθητική του Σκλάβου είναι πρωταρχικά μια
απελευθερωτική αισθητική των μορφών, των αφηρημένων μορφών του, με ένα διαρκή
στοχασμό και αναστοχασμό για την τραγικότητα της σύγχρονης ανθρώπινης
συνθήκης σε διαρκή πραγμοποιητική
μετεξέλιξη.
Η όλη προσέγγιση είναι αναγκαίο να είναι
συστηματική, αυστηρή, επιστημονική, φαινομενολογική με κύριο στόχο την εύρεση
και την ανάδειξη του περιεχομένου αλήθειας, δηλαδή του κοινωνικού περιεχομένου
του έργου του Σκλάβου, ως δομικά αφηρημένη, και συγχρόνως και μια δυνατή
(possible) διαρκής καθορισμένη άρνηση εν τω γίγνεσθαι και σε
διαλεκτική σχέση με το σύγχρονό του
ιστορικο-κοινωνικό γίγνεσθαι. Με αυτή την έννοια μπορεί να υπάρξει και μια
απελευθερωτική ερμηνεία (Μάρκους) των έργων του Σκλάβου και πρώτιστα των μορφών
του, αλλά συγχρόνως και της όλης ερευνητικής, αισθητικής και υπαρξιακής περιπέτειάς του: του ανυπέρβλητου
παραδείγματός του.
* * *
Με βάση την παραπάνω αναλυση που προσπαθεί, και σε
κάθε περίπτωση θέλει να είναι αρκετά προχωρημένη (avancée)
των σχέσεων της αφηρημένης γλυπτικής του Σκλάβου και των γενικότερων
ιδεολογικών διεργασιών, θεωρήσεων του κόσμου κ.α. της περιόδου 1957-67,
νομίζουμε ότι συγκροτείται μια αλληλουχία μεταξύ τους. Μια ομολογία, όπως θα έλεγε και ο Γκολντμάν. Μια
αλληλεπίδραση ή και αλληλόδραση, όπως θα λέγαμε σύμφωνα με τη σύγχρονη
ορολογία που έχουμε εισάγει σε προηγούμενες έρευνέες μας, αλλά
υστερότερες από το Διδακτορικό μας, κοινωνιολογίας της τέχνης και της
κουλτούρας μέσα στο πνεύμα των πρώτων αλλά και των
δεύτερων (Αμερική) ερευνών Φρανκφουρτιανών και του Γκολντμάν, στη συνέχεια
πάντοτε του νεαρού Λούκατς. Μπορεί, από αισθητικής άποψης,
η αφαίρεση του Σκλάβου να μην φωτίζεται περισσότερο ως τέτοια μέσα από αυτή τη
θεωρητικοποίηση, αλλά η επεξήγηση κατά το δυνατό των υπόρρητων (implicites)
μορφών του σε συνδιασμό με τις αντίστοιχες κοινωνικές ιδεολογικές
δομές της εποχής του και τη διαδικασία γένεσης και εμφάνισής τους,
βοηθά στη βαθύτερη και εμμενή κατανόηση των αφηρημένων
μορφών του Σκλάβου, καθώς και της διαδικασίας γένεσής τους. Από
την άποψη αυτή η συνέχιση της έρευνας, που επιβάλλεται να προχωρήσει παρά τις
αντικειμενικές δυσκολίες τεκμηρίωσης κ.τ.λ. μπορεί να φωτίσει ακόμη παραπέρα
και το περιεχόμενο αλήθειας της αφαίρεσης του Σκλάβου, που αυτό
είναι και το μέγα ζητούμενο. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται ότι σε κάθε του βήμα,
σε κάθε μορφοποίηση του ο Σκλάβος επιζητούσε συγκεκριμένα (και ως ένα σημαντικό
βαθμό το πετύχαινε ως μεγάλος μαιτρ – γλύπτης, ως μαθητής πρώτιστα του μεγάλου Κεφαλληνού και
στο αισθητικό – ιδεολογικό, αλλά και στο τεχνικό – μαστορικό, ίδιας
πάντοτε έμπνευσης – προέλευσης, το
τονιζουμε, και
γενικώτερα αφηρημένος καλλιτέχνης στη συνέχεια
πάντοτε του Κεφαλληνού) τη μορφική-μορφολογική – αισθητική απόδοση των απελευθερωτικών τάσεων,
οραμάτων, ενατενήσεων, ενοράσεων κ.α., που είχε μόνιμα, διαρκώς, δομικά, αποφασιστικά, καθορισμένα. Στην
εξελικτική του πορεία αυτές οι μετασχηματιστικές, για να τον παραφράσουμε,
μορφοποιήσεις συγκροτούν το μεγάλο ανατρεπτικό – απελευθερωτικό αισθητικό όλον
Σκλάβος. Ως τέτοιο δε ήταν ιστορικά συνεκτικό, συγκροτημένο, διαλεκτικό,
μοναδικό.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Ι. Η γενικότερη αισθητική θεωρητικοποίηση του Σκλάβου έχει κάποιες ιδιαίτερες
αναφορές, και σε κάθε περίττωση προέχει η συγκρότηση (la formation) της αφαίρεσης του
Σκλάβου, με βάση την ιστορικο-γενετική μέθοδο προσέγγισης, θεώρησής της,
σύμφωνα με τον L. Goldmann. Στη συνέχεια – χωρίς
βέβαια και να διακρίνονται εντελώς αυτές οι δύο διαδικασίες - έρχεται η θεωρητικοποίηση για το ξεπέρασμα και το δυνατό
ξεπέρασμα με βάση τη δυνατή συνείδηση14 του καλλιτέχνη. Aufheben-Aufhebung15:
Επί πλέον:
- Η διαλεκτική του Λόγου16 του Σκλάβου.
- Η αρνητική διαλεκτική του17. Το ξεπέρασμά της
παραδοσιακής γλυπτικής ως στιγμή άρνησης:
Η αρνητική διαλεκτική18 του Σκλάβου, και ως
εκ τούτου η αρνητική γλυπτική αισθητική του.
- Οι κοινωνικές μορφές του έργου του Σκλάβου:
Α. Χάουζερ19, Κεφαλληνός.
- Η
αισθητική, η αισθητική διάσταση ειδικότερα του Σκλάβου.
Η καθορισμένη άρνησή του (négation déterminée),
που σύμφωνα με τον Μαρκούζε μετασχηματίζεται στη διαλεκτική της απελευθέρωσης ή
σε μια απελευθερωτική διαλεκτική προς το διαρκώς άλλο, το au delà. Στη διαρκή αναζήτηση της
απελευθέρωσης.
Tο περιεχόμενο αλήθειας του έργου του.
Σκλάβος - Αφηρημένος γλύπτης. Ο πνευματισμός του Σκλάβου ως απάντηση στον ξεπεσμένο κόσμο20 (G. Lukács).
J. Shapiro21: Η
φύση της αφηρημένης τέχνης. Το κοινωνικό στοιχείο της τέχνης.
Σκλάβος.: Αλλοτρίωση – Κριτική θεωρία.
Σκλάβος:
Η κριτική του πρίγκιπα. Μία τραγική κριτική…
Σκλάβος - Αφηρημένη γλυπτική: Απομάκρυνση από
το πραγματικό, την αναπαράστασή του. Προς την απο-υλοποίηση του πραγματικού,
του εικονικού, του παραστατικού. Προς την πνευματοποίηση της ύλης.
Σκλάβος - Αφηρημένη γλυπτική: Αντι-figuration,
αντι-νατουραλισμός, αντι-παραδοσιασμός, αντι-κλασικισμός.
Ποιο εύκολος είναι ο αρνητικός ορισμός της
αφαίρεσης και της αφηρημένης γλυπτικής, παρά ο θετικός, καθόσον η μόνη βέβαιη
θετικότητα που έχει αυτή είναι η ολική άρνηση του αλλοτριωμένου
πραγματικού, της αναπαράστασης, κ.τ.λ.
Προς τι; Το θέμα ήταν πάντα ανοιχτό και η
κάθε φορά αφηρημένη μετασχηματιστική μορφοποίηση του Σκλάβου παραμένει
ημιτελής, αβέβαιη, αποσπασματική, καθόσον η αφηρημένη γλυπτική παραμένει
πάντοτε μια αποσπασματική γλυπτική σε παράταξη.
Τόμπρος – Σκλάβος: Κυβο-Αφαίρεση,
όχι κυβοφουτισμός όπως αναπτύχθηκε στην
προεπαναστατική Ρωσία, αλλά κυβο-αφαίρεση, Πικασικής – Μπρακικής προέλευσης,
έμπνευσης, η οποία συναντιέται με την Αφαίρεση Μπρανκουζο – Μοντιλιανο - Τομπρικο – Ζαντκινικής προέλευσης – έμπνευσης
σε μια σύνθεση προς μια νέα – Σκλαβική αφηρημένη τάση – ως ξεπέρασμα των
προηγούμενων εκδοχών της αφαίρεσης, με βασικά στοιχεία το πνεύμα – πνευματισμό,
την απελευθέρωση μέσω του πνεύματος, και με αναφορά – επίκεντρο τα
πνευματοποιημένα γεωμετρικά τμήματα και ιδίως το τρίγωνο σε παραλλαγές,
συνδυασμούς κ.α., και βέβαια το μαύρο,
μαλεβιτσικής – κεφαλληνιακής προέλευσης.
ΙΙ.
Zαντκίν: Groupe
de
Figures, 1921
Σκλάβος: Ομάδα
προσώπων,
Ζαντκίν: Femme
couchée
Xαλεπάς:
Η Κοιμωμένη
Σκλάβος:
Αρχή μιας εποχής
Ζαντκίν:
Σχέδια για μνημεία για:
-
Apollinaire
-
Jarry
-
Lautreamont
-
Rimbaud
1939: Καμπή: Le maillet et
le ciseau
Αρχή μιας εποχής,
Σκλάβος
Le
reveur
de
la
forêt,
Ζαντκίν
Ariane,
1954, Ζαντκίν
La
poetesse, 1954, Ζαντκίν
Nu accoudé,
Ζαντκίν, 1955
Maquette du relief pour l’usine tomado, Ζαντκίν, 1955
Amour maternel,
Ζαντκίν, 1955-6
Vestale, Ζαντκίν, 1958
Tendrese matrenelle,
Ζαντκίν, 1958
ΣΚΛΑΒΟΣ: ΑΡΧΗ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ, 1959
La baigneuse,
Ζαντκίν, 1960
Hommage à Rodin,
Ζαντκίν, 1962
Répos, Ζαντκίν, 1967
Σκλάβος
– Τόμπρος – Ζαντκίν
Σκλάβος
– Μοντιλιάνι – Μπρανκούζι
Σκλάβος
– Χαλεπάς
Σκλάβος – Τζιακομέττι – Μουρ ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1*.
Σε αυτή την ομάδα ανήκει και ο Πάμπλο ως διανοούμενος και αυτός, με προέλευση
την Αλεξάνδρεια. Στη συνέχεια εμφανίζονται και οι επιδράσεις, οι τάσεις προς
τον μοντερνισμό από την Αγγλία (ο Τ. S.
Eliot
στον Σεφέρη), από την Γερμανία μέσω κυρίως
του νεοκλασικισμού στον Χαλεπά και του εξπρεσιονισμού στη συνέχεια στον
Μπουζιάνη κ.α.
2*. Στιςς δεκαετιες του 1950-60-70
υπήρχε μεγάλη συζήτηση στο Παρίσι περι τέλους της τέχνης, της φιλοσοφίας και
γενικώτερα η ιδεολογική και θεωρητική τάση αυτή, είχε ονομαστεί telisme, τελισμός. Δηλαδή η θεωρητικοποίηση περί
επερχόμενου επαναστατικού τέλους, μέσω της πράξης: Αυτό ήταν το γενικότερο
ρεύμα. Έτσι προέκυψε και το περιοδικό ΤΕΛΟΣ στη Ν. Υόρκη, μέσα από την επέκταση και διάδοσης της θεωρητικοποίησης
αυτής και στους τότε ριζοσπαστικούς κύκλους της Αμερικής. Μετά από λίγο καιρό
το περιοδικό αυτό μεταστράφηκε προς το μεταμοντερνισμό, όπως δυστυχώς και πολλά
άλλα…
3*. Με άλλα λόγια, ο Σκλάβος
συγκροτείται ως αφηρημένος γλύπτης στο εσωτερικό ενός πολύ σημαντικού και
ακμάζοντος τότε ρεύματος: Μοντέρνα
γλυπτική με τάση προς την αφαίρεση. Επρόκειτο για ένα ανερχόμενο μεταπολεμικά
αισθητικό ρεύμα, με τάσεις ηγεμονίας μάλιστα, όπως θα έλεγε και ο Γκράμσι. Κατά
τον Γκολντμάν η ύπαρξη ενός ρεύματος σκέψης ή τέχνης σε ανοδική (ascedente) περίοδο είναι προϋπόθεση δημιουργίας νέων τάσεων ή
και πρωτοπόρων ξεπερασμάτων, συλλογικών αλλά και ατομικών, εννννοείται πάντοτε
στο εσωτερικό συλλογικοτήτων, ομάδων και άλλων καταστάσεων ιδεολογικοπολιτικών
– κοινωνικών και αισθητικών.
4*. Βέβαια και ο Ζαντκίν έκανε παρόμοια
έργα, όχι όμως τόσο σημαντικά, και ακόμη λιγότερο εμβληματικά, όσο η Κοιμωμένη. Δεν αποκλείεται να επηρέασαν και αυτά τον
Σκλάβο, ειδικά όσον αφορά την καθετοποίηση του κεφαλιού που εισηγείται στην Αρχή μιας εποχής. Ότι και αν έχει
συμβεί, μέσα στο γενικότερο ρεύμα ρομαντικο-εξπρεσιονιστικής έμπνευσης των, αν
τις ονομάσουμε, έτσι, Κοιμωμένων, ο
Σκλάβος με βάση την τριγωνική μορφή που αναδεικνύει σε κύρια μορφή αφηρημένης
έκφρασης και την καθετοποιημένη περίπου παραλληλοεπίπεδη μορφή του κεφαλιού,
αρχίζει την αφηρημένη αισθητική αυτονόμησή του με την Αρχή μιας εποχής, ως πρωταρχικό ξεπέρασμα κάθε μορφής παραστατικότητας,
όπως επισημαίνουν οι Καλλιγάς και Μαλρώ,
και ως πράξη απελευθέρωσης από την παράδοση, όποια μορφή και ευαισθησία και
αυτή είχε αποκτήσει. Έτσι ο Σκλάβος αρχίζει μια προσωπική, αυτόνομη, ακόμη και
ιστορική προσπάθεια, απόπειρα (tentative)
στo χώρο της αφηρημένης γλυπτικής και μάλλον δίνει
ακόμη και τον ορισμό της.
Από ότι φαίνεται δε
μέσα στο γενικότερο κλίμα πρωτοπόρας αμφισβήτησης των πάντων που βρισκόνταν
τότε ο Σκλάβος, ακόμη και του Ζαντκίν, ο οποίος δεν ήθελε ν’απομακρυνθεί από
την αναπαράσταση της ανθρώπινης φιγούρας και τη λίγο πολύ εξπρεσιονιστική και
κυβιστική-μετακυβιστική έκφραση-παραμόρφωση (déformation),
ο Σκλάβος στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στην Κοιμωμένη
του Χαλεπά, αν και αρκετά παλαιότερη,
και αυτήν αφαιρετικοποίησε για ιστορικούς και πολιτισμικούς λόγους, ως μια ιστορική-πολιτισμική
– πρακτική κίνηση τύπου Aufheben-Aufheboug
του αισθητοκαλλιτεχνικού πνεύματός του, σε ρήξη με το σύστημα, την αλλοτρίωση
κ.τ.λ. και ως μια ρηξικέλευθη πράξη απαρχής της ολικής απελευθέρωσής του από
αυτό.
5*. Αντίστοιχη περίπτωση μοντέρνου
και αφηρημένου γλύπτη ήταν στην Αμερική ο επίσης Έλληνας (ελληνικής καταγωγής
ακριβέστερα) Λεκκάκις. Βλ. τον κατάλογο της έκθεσής του στην Εθν. Πινακοθήκη.
6*. Οι πιο ονομαστοί χαράκτες, μαθητές του Κεφαλληνού, ήταν η Β. Κατράκη και ο Τάσσος. Όμως έμειναν πολύ μακριά από τη μοντέρνα και
ακόμη πιο πολύ την αφηρημένη τέχνη. Εξάλλου, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει η εμφάνιση γενικότερα
μοντέρνου και ακόμη πιο πολύ αφηρημένου καλλιτέχνη στην Ελλάδα χωρίς
σοβαρές σπουδές και μακρόχρονη διαμονή στο εξωτερικό δεν υπήρξε ποτέ.
Ακόμη και ο Πανταζής αυτονομήθηκε στην εποχή του ύστερου ιμπρεσιονισμού στις Βρυξέλλες. Ο μοντερνισμός, κι
ακόμη πιο πολύ η αφαίρεση, ήταν ένα διεθνές κίνημα με αναφορά αρχικά το Παρίσι,
στη συνέχεια τη Ρωσία
και το Μόναχο και μεταπολεμικά πάλι το Παρίσι, τις Βρυξέλλες, το Μόναχο, τη Ρώμη ως ένα βαθμό και τη Ν. Υόρκη. Όσοι
έλληνες καλλιτέχνες έφθασαν στον μοντερνισμό και στην αφαίρεση μόνο στις πόλεις
αυτές ή μέσω αυτών έγινε
κατορθωτό. Οι Καπράλος, Κεφαλληνός, Μπουζιάνης, Στέρης, Κοντόπουλος, Σαραφιανός, Γαΐτης κ.α. συνέχισαν την ριζοσπαστικοποίηση και τη
μοντέρνα-μοντερνιστική αυτονόμησή τους και μετά την επιστροφή τους στην Αθήνα από το Παρίσι (οι Καπραλος,
Κεφαλληνός Κοντόπουλος, Γαΐτης), τη Ρώμη (ο Σαραφιανός) και
τις Βρυξέλλες αντίστοιχα (ο
Κεφαλληνός). Το ίδιο ισχύει ως ένα βαθμό και
για τους
πολύπαθους Στέρη και Μπουζιάνη, από όταν επέστρεψαν από το Παρίσι και το Μόναχο αντίστοιχα.
Ο Σαραφιανός, ο Κοντόπουλος και ως ένα βαθμό και ο Σπυρόπουλος, εξέχοντες
μοντέρνοι και αφηρημένοι ζωγράφοι, από το 1960 και μετά στην Ελλάδα αντιμετώπισαν ένα πολύ δύσκολο έως και εχθρικό περιβάλλον, που για τον Σαραφιανό ειδικότερα η χούντα
ήταν ένας εφιάλτης.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
- Εκδ. Klincksieck.
- Εκδ. Gutenberg.
- Βλ. το αντίστοιχο κείμενό μας
στα blog
μας.
- Βλ. ib.
- Βλ. ib.
- Ν. Βέλμος, «Χαλεπάς», Φύλα
του Φραγκελίου, 8, 1928,
Φάρφουλας, 2019.
- Βλ. Μ. Καλλιγάς, Τεχνοκριτικά, Άγρα.
- Από την άποψη αυτή έχουν
εξαιρετική σημασία οι μελέτες του
Χαλεπά: Σκίτσα – Σχέδια –
γραφισμός. Ο γραφισμόςς γενικότερα υποδηλώνει ακόμη και εκφράζει μια μοναδική ευαισθησία, και μάλιστα έχει
μια ιδιαίτερη ανθρώπινη – ανθρωπιστική σηματοδότηση, όσο και αισθητική,
που δεν έχει αναδειχθεί ακόμη από την ερευνα.
- D.- Calvo-Pletero: Ο
γλυπτός χώρος του Γιαννούλη Χαλεπά,
Χαντζηνικολή.
- Job on Job et ses amis, ou la misere de Job. Έτος
κατ.: 1914…, 123Χ84Χ139. Έκδοση στο
Knokke
1963 No 8.
- Βλ. και Μ. Horkheimer – Th. Adorno, Le Dialectique de la raison, Gallimard.
- Βλ. Ντ. Βαλλιέ, «Zervos face à l’ art abstrait», L’ art abstrait des années
50 dans le Legs Zervos, σσ. 7-12.
- Βλ. Cr. Zervos, 7 tendances
de la sculpture contemporaine, κατάλογος έκθεσης. Μια από αυτές ήταν ο
Σκλάβος.
- Βλ. τα κείμενα γενικότερα του L. Goldmann και ειδικότερα το Structures mentales et création culturelle (Médiations), έργο συνθετικό όλων των προηγουμένων ερευνών του στο χώρο της
κοινωνιολογίας της τέχνης και της κουλτούρας.
- Βλ. τα διάφορα κείμενά μου που
αναφέρονται σε αυτό το εξαιρετικά σημαντικό θέμα, σε αυτή την
κεντρική διαλεκτική της ιστορίας σύμφωνα με τον Χέγκελ στο Η εποχή της καθορισμένης άρνησης (Αρμός) και σε κείμενα μας στα blog μας.
- Βλ. M. Horkheimer - Th.
Adorno, Dialectique de la raison,
Gallimard.
- Βλ. τα κείμενά μας για τον Σκλάβο και την Αισθητική θεωρία (Klincksieck) του Αντόρνο, το Dialectique négative (Payot) επίσης του Αντόρνο και το βιβλίο μας, Η εποχή της καθορισμένης άρνησης (Αρμός). Βλ. ακόμη και Η. Marcuse, Théorie esthétique, Le Seuil.
- Ib. και κυρίως τα νεώτερα κείμενά μας, τα οποία είναι ακόμη
αδημοσίευτα.
- Βλ. Α. Χάουζερ, Κοινωνική ιστορία της τέχνης, τ. 4., Κάλβος.
- Βλ. Γκ. Λούκατς, Η ψυχή και
οι μορφές, Θεμέλιο.
- Μ. Shapiro, L’ art abstrait, Carré, La
nature de l’art abstrait, Allia.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου