Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

ΟΛΓΑ ΣΤΑΘΑΤΟΥ

μεταδιδακτορική ερευνήτρια

Ο Βασίλης Φιοραβάντες, καθηγητής φιλοσοφίας της Τέχνης και του Πολιτισμού, μετά την εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής του για τον Γεράσιμο Σκλάβο, έχει μια μακροχρόνια συστηματική ενασχόληση με την μοντέρνα τέχνη και την πρωτοπορία διερευνώντας τη σχέση ριζοσπαστικής τέχνης και πολιτικής πράξης. Μελετά συστηματικά την Κριτική Θεωρία με πυλώνες τον Μαρξ, τον Λούκατς, τον Γκράμσι, τον Γκολντμάν. Η σημαντική ερευνητική δουλειά του προκύπτει και από το blog στο οποίο αναρτώνται σχετικά θέματα. Ο καθηγητής Φιοραβάντες θα μπορούσε να προχωρήσει την ερευνητική του δουλειά μέσα από ένα Κέντρο για τον Κριστιάν Ζερβό (που θα αφορά τη ζωή, το έργο και την πρωτοπορία του 20 ου αι.) έτσι ώστε η θεωρητική του δουλειά να συνεχίσει μέσα από την έμπρακτη δημιουργία στο πεδίο της τέχνης.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΛΛΙΜΑΝΗΣ

Πολιτισμική Θεωρία, Πολιτισμικές Σπουδές και Πολιτισμική Πολιτική: Η Διαλεκτική Σχέση Κουλτούρας, Θεσμών και Κοινωνίας

Εισαγωγή

Στο σύγχρονο ακαδημαϊκό πεδίο, η μελέτη του πολιτισμού έχει μετατοπιστεί οριστικά από την παραδοσιακή αισθητική ανάλυση αυτόνομων έργων τέχνης προς τη διερεύνηση των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών μηχανισμών που διέπουν την παραγωγή, τη διακίνηση και την κατανάλωση του πολιτισμικού νοήματος. Η διασύνδεση των Πολιτισμικών Σπουδών (Cultural Studies), της Πολιτισμικής Πολιτικής (Cultural Policy) και της Κριτικής Θεωρίας καθιστά σαφές ότι η κουλτούρα δεν συνιστά ουδέτερο πεδίο αισθητικής απόλαυσης, αλλά πρωτογενή χώρο άσκησης εξουσίας, συγκρότησης υποκειμενικοτήτων και ιδεολογικής σύγκρουσης.

Η συνθετική αυτή προσέγγιση αποτυπώνεται με πληρότητα στο παράδειγμα εξειδικευμένων μεταπτυχιακών προγραμμάτων, όπως το MA in Communication, Culture and Media (με ειδίκευση στο Cultural Policy) του Πανεπιστημίου του Coventry. Μέσα από τη μελέτη των θεσμών, των μέσων μαζικής επικοινωνίας και των θεωρητικών κειμένων κομβικών στοχαστών –όπως ο Raymond Williams, τα μέλη της Σχολής της Φρανκφούρτης, ο Fredric Jameson και οι θεωρητικοί της παγκοσμιοποίησης– αναδεικνύεται η βαθιά διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην κουλτούρα, την πολιτική και την κοινωνία.

1. Ιστορική Εξέλιξη και Εννοιολόγηση των Πολιτισμικών Σπουδών

Οι Πολιτισμικές Σπουδές συγκροτήθηκαν ως αυτοτελής διεπιστημονικός κλάδος στη Μεγάλη Βρετανία κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, σε μια περίοδο έντονων μεταπολεμικών κοινωνικών, τεχνολογικών και οικονομικών μετασχηματισμών. Η ίδρυση του Centre for Contemporary Cultural Studies (CCCS) στο Πανεπιστήμιο του Birmingham το 1964, με πρωτεργάτες τον Richard Hoggart, τον E.P. Thompson και στη συνέχεια τον Stuart Hall, σήμανε μια τομή στον τρόπο με τον οποίο η ακαδημαϊκή κοινότητα αντιλαμβανόταν τον πολιτισμό.

Η Ριζοσπαστική Διεύρυνση της Έννοιας της Κουλτούρας

Μέχρι στα μέσα του 20ού αιώνα, η κυρίαρχη ανθρωπιστική παράδοση (εκπροσωπούμενη από μορφές όπως ο Matthew Arnold και ο F.R. Leavis) όριζε την κουλτούρα ελιτίστικα, ως «το καλύτερο που έχει σκεφτεί και ειπωθεί στον κόσμο», ταυτίζοντάς την αποκλειστικά με την «υψηλή τέχνη» (High Art) –τη λογοτεχνία, την κλασική μουσική, τις εικαστικές τέχνες– σε αντιδιαστολή με τη «φαύλη» ή «υποδεέστερη» μαζική κουλτούρα.

Οι ιδρυτές των Πολιτισμικών Σπουδών ανέτρεψαν αυτό το παράδειγμα. Εισηγήθηκαν μια δημοκρατική και ανθρωπολογική θεώρηση, ορίζοντας την κουλτούρα ως «έναν συνολικό τρόπο ζωής» (a whole way of life). Η κουλτούρα περιλαμβάνει πλέον τις καθημερινές πρακτικές, τις υποκουλτούρες της εργατικής τάξης, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τη λαϊκή κουλτούρα, τη μόδα και τις τελετουργίες της καθημερινότητας.

Κουλτούρα, Ιδεολογία και Ηγεμονία

Με την ενσωμάτωση της μαρξιστικής θεωρίας και ιδίως της έννοιας της ηγεμονίας (hegemony) του Antonio Gramsci, οι Πολιτισμικές Σπουδές ανέλυσαν πώς η κυρίαρχη τάξη πραγματοποιεί τη διακυβέρνησή της όχι μόνο μέσω της καταστολής, αλλά μέσω της συναίνεσης που παράγεται στο πεδίο του πολιτισμού. Ο Stuart Hall και η Σχολή του Birmingham ανέδειξαν ότι τα πολιτισμικά προϊόντα και τα ΜΜΕ δεν μεταδίδουν ουδέτερες πληροφορίες, αλλά είναι εγγεγραμμένα με ιδεολογικούς κώδικες. Παράλληλα, μέσα από το μοντέλο «Κωδικοποίησης / Αποκωδικοποίησης» (Encoding/Decoding), θεμελιώθηκε η ιδέα ότι το κοινό δεν είναι παθητικός δέκτης, αλλά αποκωδικοποιεί τα μηνύματα με τρόπους που μπορεί να είναι κυρίαρχοι, διαπραγματεύσιμοι ή ακόμη και αντιπολιτευτικοί/αντιστασιακοί.

2. Ανατομία του Ακαδημαϊκού Πεδίου: Το Πρόγραμμα του Coventry University

Η δομή του μεταπτυχιακού προγράμματος MA in Communication, Culture and Media του Πανεπιστημίου του Coventry αποτυπώνει στην πράξη τον τρόπο με τον οποίο οι Πολιτισμικές Σπουδές και η Πολιτισμική Πολιτική μετουσιώνονται σε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα σπουδών. Η διάρθρωση των μαθημάτων καλύπτει όλο το φάσμα από την υψηλή θεωρία έως την εμπειρική έρευνα και τη θεσμική ανάλυση:

  • M01COM Communication and Cultural Theory (Double Module): Αποτελεί τον θεωρητικό πυρήνα του προγράμματος. Εξετάζει τις μείζονες θεωρητικές σχολές της επικοινωνίας και του πολιτισμού (δομισμός, μεταδομισμός, κριτική θεωρία, ηγεμονία, σημειολογία), παρέχοντας τα εργαλεία για την αποδομή των κειμένων των μέσων και των πολιτισμικών αναπαραστάσεων.
  • M02COM Communication and Cultural Research (Double Module): Παρέχει τη μεθοδολογική κατάρτιση για την άσκηση ακαδημαϊκής έρευνας. Καλύπτει ποιοτικές μεθόδους (ανάλυση λόγου, εθνογραφία, ημιδομημένες συνεντεύξεις, ανάλυση περιεχομένου) και ποσοτικές τεχνικές, απαραίτητες για την εμπειρική διερεύνηση του πολιτισμικού πεδίου.
  • M05COM Cultural Policy (Double Module - Specialist Core): Υπό τη διδασκαλία του Shaun Hides, το μάθημα αυτό εστιάζει στις πρακτικές, τους θεσμούς και την πολιτική διάσταση του πολιτισμού. Στο επίκεντρο βρίσκεται η μελέτη της συγκρότησης των σύγχρονων πολιτιστικών ιδρυμάτων, η λειτουργία των μουσείων, η βιομηχανία της πολιτιστικής κληρονομιάς (heritage industry), καθώς και το φαινόμενο της αισθητικοποίησης της πολιτικής. Το μάθημα αναλύει την οργάνωση της πολιτισμικής πρακτικής και την ένταση ανάμεσα στη δημόσια αποστολή των φορέων, την «ηθική της αγοράς» (market ethics) και την παραγωγή πολιτισμικής αξίας (cultural value).
  • M06COM Media and Culture (Double Module): Εστιάζει στην εξειδικευμένη ανάλυση των οπτικοακουστικών μέσων (κινηματογράφος, τηλεόραση) και του ρόλου τους στη διαμόρφωση της σύγχρονης λαϊκής κουλτούρας και της συλλογικής συνείδησης.
  • M10COM Identity and Cultural Difference (Double Module): Εξετάζει τις πολιτισμικές διαστάσεις της ταυτότητας, του φύλου, της φυλής, της εθνικότητας και της ετερότητας, αναλύοντας πώς η πολιτισμική ετερότητα συγκροτείται και εκπροσωπείται στα μέσα και τους θεσμούς.
  • Globalisation & MA Research Project: Η θεματική της παγκοσμιοποίησης διατρέχει το πρόγραμμα, εξετάζοντας τις διεθνείς ροές επικοινωνίας και την πολιτισμική αλληλεπίδραση, οδηγώντας στην εκπόνηση της τελικής διπλωματικής εργασίας (10.000 λέξεων).

3. Θεωρητική Σύνθεση: Στοχαστές, Κοινωνία και Πολιτισμική Πράξη

Η βαθύτερη κατανόηση της πολιτισμικής πολιτικής και των πολιτισμικών σπουδών απαιτεί τη συστηματική διασύνδεσή τους με τη σκέψη κομβικών θεωρητικών, οι οποίοι ανέλυσαν τη σχέση κουλτούρας, οικονομίας και εξουσίας.

Α. Raymond Williams: Ο Πολιτισμικός Υλισμός και η Ιστορικότητα

Ο Raymond Williams, μέσα από τα κλασικά έργα του Culture and Society και Κουλτούρα και Ιστορία, θεμελίωσε την προσέγγιση του πολιτισμικού υλισμού (cultural materialism).

Ο Williams απέρριψε τον μαρξιστικό διαχωρισμό ανάμεσα σε μια οικονομική «βάση» και ένα παθητικό πολιτισμικό «εποικοδόμημα». Υποστήριξε ότι η πολιτισμική παραγωγή είναι η ίδια μια πρωτογενής, υλική κοινωνική διαδικασία. Οι ιδέες, οι θεσμοί, οι τέχνες και οι γλώσσες δεν είναι απλά αντανακλάσεις της οικονομίας, αλλά υλικές δυνάμεις που διαμορφώνουν την ίδια την κοινωνική πραγματικότητα.

Σύνδεση με την Πολιτισμική Πολιτική: Η σκέψη του Williams έχει άμεσες συνέπειες για τη χάραξη πολιτικής. Αν η κουλτούρα είναι ένας «συνολικός τρόπος ζωής» και μια υλική διαδικασία, τότε η πολιτισμική πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται στην κρατική επιχορήγηση θεσμών «υψηλής τέχνης» για τις ελίτ. Οφείλει να είναι μια δημοκρατική πολιτική που ενισχύει την πρόσβαση των πλατιών κοινωνικών στρωμάτων στα μέσα πολιτισμικής παραγωγής και έκφρασης, αναγνωρίζοντας την ιστορικότητα και την τοπική ιδιαιτερότητα των πολιτισμικών πρακτικών.

Β. Η Σχολή της Φρανκφούρτης: Η Κριτική της Βιομηχανίας της Κουλτούρας

Στον αντίποδα της βρετανικής παράδοσης, οι στοχαστές της Σχολής της Φρανκφούρτης –Theodor Adorno, Max Horkheimer, Herbert Marcuse και Leo Löwenthal– διατύπωσαν μια αυστηρή, δομική κριτική της μαζικής κουλτούρας, όπως αποτυπώνεται στο συλλογικό έργο Τέχνη και Μαζική Κουλτούρα.

  1. Adorno & Horkheimer («Η Βιομηχανία της Κουλτούρας»): Στο διαβόητο κεφάλαιο του έργου τους Διαλεκτική του Διαφωτισμού, εισήγαγαν τον όρο «Βιομηχανία της Κουλτούρας» (Culture Industry) για να αντικαταστήσουν τον όρο «λαϊκή κουλτούρα». Υποστήριξαν ότι στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό, η τέχνη έχει χάσει την αυτονομία και την κριτική της δύναμη, μετατρεπόμενη σε βιομηχανικό εμπόρευμα που παράγεται μαζικά με σκοπό το κέρδος. Τα προϊόντα της βιομηχανίας της κουλτούρας χαρακτηρίζονται από τυποποίηση, ψευδο-εξατομίκευση και προβλεψιμότητα, καλλιεργώντας την παθητικότητα και τη χειραγώγηση των καταναλωτών, λειτουργώντας ως μέσο κοινωνικής ενσωμάτωσης και υποταγής.
  2. Marcuse & Löwenthal: Ο Herbert Marcuse (στο πνεύμα του «Μονοδιάστατου Ανθρώπου») και ο Leo Löwenthal ανέλυσαν πώς η μαζική κουλτούρα και η εμπορευματοποιημένη ψυχαγωγία αμβλύνουν την κριτική συνείδηση, αντικαθιστώντας τις αληθινές ανθρώπινες ανάγκες με τεχνητές καταναλωτικές επιθυμίες.

Σύνδεση με την Πολιτισμική Πολιτική: Η κριτική της Σχολής της Φρανκφούρτης αποτελεί το απαραίτητο θεωρητικό αντίβαρο στην εμπορευματοποίηση των πολιτιστικών ιδρυμάτων. Όπως εξετάζεται στο μάθημα MO5COM Cultural Policy, οι σύγχρονοι πολιτιστικοί φορείς (μουσεία, πινακοθήκες, φεστιβάλ) πιέζονται συχνά να υιοθετήσουν αμιγώς επιχειρηματικά κριτήρια, μετατρέποντας τους επισκέπτες σε «πελάτες» και την τέχνη σε «θεαματικό εμπόρευμα». Η Σχολή της Φρανκφούρτης προσφέρει τα αναλυτικά εργαλεία για την υπεράσπιση της αυτόνομης αισθητικής και της κριτικής λειτουργίας της τέχνης απέναντι στις πιέσεις της ελεύθερης αγοράς.

 

Γ. Fredric Jameson: Ο Μεταμοντερνισμός ως Πολιτισμική Λογική

Ο Fredric Jameson προσφέρει τη συνδετική γέφυρα για την κατανόηση του σύγχρονου πολιτιστικού τοπίου. Ορίζοντας τον μεταμοντερνισμό ως την «πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού», ο Jameson υποστηρίζει ότι στην εποχή μας η πολιτισμική παραγωγή έχει διαχυθεί σε όλη την οικονομική σφαίρα. Τα όρια ανάμεσα στην «υψηλή» και τη «λαϊκή» κουλτούρα καταργούνται, ενώ δεσπόζει η αισθητικοποίηση της καθημερινότητας, το βάθος αντικαθίσταται από την επιφάνεια (pastiche, nostalgia mode) και η εικόνα κυριαρχεί επί της ιστορικότητας.

Σύνδεση με την Πολιτισμική Πολιτική: Στο πλαίσιο των μεταμοντέρνων πολιτιστικών ιδρυμάτων, η θεωρία του Jameson εξηγεί τη στροφή των πολιτιστικών πολιτικών προς τη θεαματικοποίηση (spectacularization). Τα μουσεία δεν είναι πλέον απλοί χώροι φύλαξης εκθεμάτων, αλλά αρχιτεκτονικά τοπόσημα, κέντρα ψυχαγωγίας και εργαλεία αστικής αναζωογόνησης (city branding), όπου η αισθητικοποίηση της πολιτικής και της οικονομίας καθίσταται κεντρική στρατηγική.

Δ. Θεωρίες Παγκοσμιοποίησης: Anthony Giddens, Sreberny-Mohammadi, Ferguson

Η πολιτισμική πολιτική δεν ασκείται πλέον εντός στενών εθνικών συνόρων, αλλά επηρεάζεται καταλυτικά από τις παγκόσμιες ροές.

┌────────────────────────────────────────────────────────────────────────────────┐

│                      ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ                              │

└───────────────────────────────────────┬────────────────────────────────────────┘

                                        │

             ┌──────────────────────────┴──────────────────────────┐

             ▼                                                     ▼

┌───────────────────────────┐                         ┌──────────────────────────┐

│     Anthony Giddens       │                         │ Annabelle Sreberny-      │

│  «Συμπίεση Χρόνου &       │                         │ Mohammadi / M. Ferguson  │

│  Χώρου / Εντατικοποίηση   │                         │ «Αμφισβήτηση της         │

│  Παγκόσμιων Σχέσεων»      │                         │ Ομοιογένειας - Τοπικό    │

└────────────┬──────────────┘                         │    έναντι Παγκόσμιου»    │

             │                                        └────────────┬─────────────┘

             │                                                     │

             └──────────────────────────┬──────────────────────────┘

                                        ▼

┌────────────────────────────────────────────────────────────────────────────────┐

│                          ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ                                  │

│  Διαχείριση Πολιτισμικής Ποικιλομορφίας, Ταυτότητας & Ετερότητας (M10COM)      │

 

 

  1. Anthony Giddens: Ορίζει την παγκοσμιοποίηση ως την εντατικοποίηση των παγκόσμιων κοινωνικών σχέσεων, μέσω των οποίων απομακρυσμένες περιοχές συνδέονται με τρόπο ώστε τα τοπικά συμβάντα να διαμορφώνονται από γεγονότα που λαμβάνουν χώρα χιλιάδες μίλια μακριά (συμπίεση χώρου και χρόνου).
  2. Annabelle Sreberny-Mohammadi & Marjorie Ferguson: Αποδομούν τους απλοϊκούς μύθους περί μιας απόλυτης «παγκόσμιας πολιτισμικής ομοιογένειας» ή ενός μονοδιάστατου «πολιτισμικού ιμπεριαλισμού». Αναδεικνύουν τη σύνθετη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο παγκόσμιο και το τοπικό (the global and the local). Οι τοπικές κουλτούρες δεν αναφομοιώνονται παθητικά, αλλά ανασημασιοδοτούν, οικειοποιούνται και αμφισβητούν τα εισαγόμενα πολιτισμικά προϊόντα, δημιουργώντας υβριδικές μορφές έκφρασης.

Σύνδεση με την Πολιτισμική Πολιτική: Όπως αναλύεται στα μαθήματα Identity and Cultural Difference και Cultural Policy, η σύγχρονη πολιτισμική πολιτική καλείται να διαχειριστεί την πολυπολιτισμικότητα, τις μεταναστευτικές ροές και τις διεκδικήσεις ταυτότητας. Οι πολιτιστικές πολιτικές οφείλουν να ισορροπούν ανάμεσα στην προστασία της τοπικής και εθνικής πολιτιστικής κληρονομιάς και στην ενσωμάτωση των παγκόσμιων δικτύων, διασφαλίζοντας την πολιτισμική ποικιλομορφία και την κοινωνική συνοχή.

Συμπεράσματα

Η συνθετική μελέτη των Πολιτισμικών Σπουδών και της Πολιτισμικής Πολιτικής αποδεικνύει ότι ο πολιτισμός αποτελεί ένα από τα πιο δυναμικά και αμφισβητούμενα πεδία της σύγχρονης κοινωνικής θεωρίας και πράξης.

Όπως αποτυπώνεται στο πρόγραμμα σπουδών του Coventry University, η κατάρτιση στο πεδίο αυτό απαιτεί τη διαρκή μετακίνηση από τη θεωρητική αφαίρεση στη θεσμική και κοινωνική εφαρμογή:

  • Ο πολιτισμικός υλισμός του Raymond Williams προσφέρει τη δημοκρατική βάση για την αναγνώριση της κουλτούρας ως ζωντανής υλικής διαδικασίας.
  • Η Κριτική Θεωρία της Σχολής της Φρανκφούρτης παρέχει τα απαραίτητα εργαλεία για την αποδομή της εμπορευματοποίησης και της βιομηχανοποιημένης ψυχαγωγίας.
  • Οι μεταμοντέρνες και παγκόσμιες θεωρήσεις (Jameson, Giddens, Sreberny-Mohammadi, Ferguson) επιτρέπουν την κατανόηση των σύγχρονων πολιτιστικών θεσμών εντός ενός παγκοσμιοποιημένου, θεαματικού και πολυπολιτισμικού περιβάλλοντος.

Εν κατακλείδι, η πολιτισμική πολιτική δεν συνιστά μια ουδέτερη τεχνοκρατική ή διοικητική λειτουργία. Αποτελεί μια κατηγορηματικά πολιτική και κοινωνική πρακτική, η οποία καθορίζει ποια νοήματα παράγονται, ποιοι θεσμοί ενισχύονται και ποιες φωνές ακούγονται στη σύγχρονη δημόσια σφαίρα.

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ II

  Την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου στο βιβλιοκαφέ Έναστρον πραγματοποιήθηκε με επιτυχία το Κοινωνικό Εργαστήριο ΙΙ του Καθ. Β. Φιοραβάντε με θέμα: "Τέχνη-Αρνήσεις". 





Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Β. ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕΣ 

                   ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΣΤΟ ΑΦΗΡΗΜΕΝΟ] 

 

Προσέγγιση – θεωρητικοποίηση  πάντοτε συγκεκριμένη, από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, και όχι αντίστροφα. Προσέγγιση, αλλά πάντοτε κριτική του συγκεκριμένου, του αλλοτριωμένου πραγματικού, με στόχο το ξεπέρασμά του.

Προσέγγιση του πραγματικού στην παγκοσμιοποίηση σημαίνει και  προϋποθέτει  τη γνώση και τη μελέτη της πορείας της κοινωνίας προς την παγκοσμιοποίηση, αρχίζοντας από την μετατροπή του καπιταλισμού σε μονοπωλιακό – ιμπεριαλιστικό, με αιχμή την τεϋλοροποίηση – φορντοποίηση της παραγωγής και κατ’ επέκταση  γενικότερα της κοινωνίας. Στην ίδια περίοδο (αρχές του ΧΧου αι.) αρχίζει και η σύμφυτη διαδικασία ορθολογικοποίησης  του συστήματος, και συγχρόνως αυτονόμησής του. Οι διαδικασίες αυτές με τη μετατροπή του μονοπωλιακού καπιταλισμού στον ύστερο ή στον νεοκαπιταλισμό  ανασυγκροτήθηκαν, εντάθηκαν, επεκτάθηκαν και ουσιαστικά άλλαξαν όλη την κοινωνία: Επιβλήθηκαν, ακόμη περισσότερο, ολοκληρωτικά στην κοινωνία. Το σύστημα αυτονομήθηκε, έγινε η νέα κυρίαρχη κατάσταση, με αποτέλεσμα να αποικιοποιηθεί ο βιωμένος κόσμος, και σε κάθε περίπτωση να χάσει εντελώς την αυτονομία του. Ο άνθρωπος έπαψε να είναι πλέον άνθρωπος από την περίφημη ανάπτυξη, δηλαδή αυτή την ολική δομική μετατροπή – μετασχηματισμό, και έγινε τμήμα, εξάρτημα της  κυριάρχησης. Η διαδικασία αυτή με το νεοτεϋλορισμό, που εμφανίστηκε με αιχμή τη νέα τεχνολογία από το 1980 και εδώ, επεκτάθηκε και, από όταν εμφανίστηκε και κυριάρχησε η παγκοσμιοποίηση χωρίς ουσιαστικές αντιστάσεις, έγινε η νέα κυρίαρχη κατάσταση.

Στα πρώτα χρόνια  του ΧΧου αι. η εξέγερση ενάντια στη μετατροπή της οικονομίας στο μονοπωλιακό καπιταλισμό έφθασε ακόμη και σε επαναστάσεις σε όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, ακόμη και στην ΕΣΣΔ, σε αντίθεση με την άκριτη υποστήριξη στον αναπτυξιακό - υποτίθεται - τεϋλορισμό από τον  Λένιν. Το ίδιο και μεταπολεμικά μια σειρά άγριων απεργιών  προσπάθησαν να σταματήσουν την επέλαση της δομικής αλλαγής του συστήματος  προς την απο-ανθρωποίηση.

Συγχρόνως σε όλη τη διάρκεια του ΧΧου αι. η μοντέρνα και πρωτοπόρα τέχνη πάλεψε να δημιουργήσει έστω σε επίπεδο μορφών μια χειραφετημένη κοινωνία.

Οι μοντέρνοι και πρωτοπόροι καλλιτέχνες, ζώντας και εργαζόμενοι στο περιθώριο του συστήματος, δημιούργησαν έναν άλλο κόσμο σε αντιπαράθεση, αντεστραμμένα σε σχέση με τον κυρίαρχο κόσμο αξιών, αρχών κ.τ.λ. Μέχρι που άρχισε η προϊούσα ενσωμάτωση από τα μέσα της δεκαετίας  του 1950  η ρήξη ήταν πλήρης, ο αγώνας ολικός. Στη συνέχεια διασπάται το κίνημα της μοντέρνας τέχνης: Η μία τάση παραμένει μοντέρνα και ρηξικέλευθη μέχρι τέλος, έστω και με μερικές διαφοροποιήσεις, επικεντρωμένη πάντα στον αγώνα για απελευθέρωση της (-ων) μορφής (-ών), ενώ  η άλλη, αρχίζοντας από τον Νουβώ ρεαλίσμ και την Ποπ Αρτ, προσαρμόζεται στο ρεύμα και επαναφέρει – ανασκευάζει   το αντικείμενο, και σε κάθε περίπτωση στη μια ή την άλλη μορφή το διατηρεί.

Η σύγχρονη τέχνη που ακολουθεί συνεχίζει έναν πολύμορφο αγώνα μέσα από τις μορφές του μινιμαλισμού, της  Arte pauvera  και γενικότερα της Art conceptuel, αλλά ο ριζικός – ριζοσπαστικός αγώνας έχει τελειώσει, παρά κάποιες συνειδητές προσπάθειες της νεότερης πρωτοπορίας για να βγούμε από το σύστημα, ακόμη να πάμε πέρα από τον κυρίαρχο ορθολογισμό (βλ. Καναγκίνη, Λογοθέτης, Ζούνη, Διοχάντη, Κανιάρης κ.α.)

Στην παγκοσμιοποίηση η αναζήτηση της ελάχιστα διασωζώμενης αυθεντικότητας και η μετα-αισθητική της μοντέρνας τέχνης παραμένει η μόνη διέξοδος για την τέχνη και τη σκέψη, ενώ η επανανθρωποποίηση του ανθρώπου, σύμφωνα με το νεομαρξικό πρόταγμα, παραμένει πάντα το μεγάλο ζητούμενο.

Παγκοσμιοποίηση σημαίνει πλήρης κυριαρχία της αλλοτρίωσης, της πραγμοποίησης και της ορθολογικοποίησης. Παρόλα αυτά, μέσω των διαταραχών που επιφέρει στο σύστημα το ακόμη υπαρκτό κοινωνικό κίνημα και η πάντοτε υπαρκτή εγγενής πολιτισμική αυτονομία, είναι δυνατό να αρθρωθεί ένα νέο μοντέρνο σχέδιο, κοινωνικό,  πολιτισμικό, ιδεολογικό, με όρους πάντοτε ηγεμονίας, όπως ήθελε ο Γκράμσι, ο μεγάλος θεωρητικός των πρωτοποριών με επίκεντρο και στόχο την αναζήτηση της ανθρώπινης απελευθέρωσης…

 


Β. ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕΣ

ΝΕΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ: ΔΙΑΡΚΗΣ ΕΝΑΝΤΙΟΛΟΓΙΑ

 

 

Με  δύο μαθήματα – διαλέξεις μου στο Τμήμα Εφαρμοσμένων Εικαστικών Τεχνών του Παν/μίου Paris VIII για την Κριτική θεωρία (Σχολή της Φρανκφούρτης) θέτω τις βάσεις για τη συστηματική πλέον Νέα κριτική θεωρία που σιγά-σιγά θ’ακολουθήσει, με επίκεντρο πάντα και αναφορά την πράξη. Το πανόραμα της Κριτικής θεωρίας όπως το είχα παρουσιάσει σκοπτικά με βάση τις σημειώσεις μου δεν κατόρθωσα ποτέ να το συγκροτήσω πλήρως σε κείμενο. Το κείμενο που κατόρθωσα να γράψω και που δημοσιεύω στη συνέχεια στον Πολίτη, μετά από μάχη με τον σκληρό αλτουσεριανό Ελεφάντη,  είναι μια καλή εισαγωγή1, συνοπτική μεν, αλλά εποπτική και δυναμική, η οποία προαναγγέλει τη νέα θεωρητικοποίησή μου που θα ακολουθήσει:

- Κριτική του τεϋλορισμού-φορντισμού

- Ανάδειξη της σημασίας της κριτικής της Κ.Δ.Ε.

- Κριτική ανάλυση του εποικοδομήματος

- Μοντέρνα κ.α. τέχνη/πολιτισμός.

Η έννοια της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας, έννοια κρίσιμη στον Μαρξ, ιδίως στο Κεφάλαιο2, και ειδικά στον 4ο τόμο του, που ετοίμαζε ο Μαρξ, και ο οποίος έμεινε σε μορφή σημειώσεων, είναι τεράστιας σημασίας. Ο Μαρξ φαίνεται ότι έτεινε να δεχθεί ότι η Κ.Δ.Ε. είχε ήδη αρχίσει ν’αποκτά ένα καθεστώς αυτονομίας, ως αποτέλεσμα των δομικών αλλαγών του καπιταλισμού της εποχής του, όπως αυτός διαμορφώθηκε μετεξελισσόμενος μετά την κρίση των αρχών της δεκαετίας του 1870, σε τέτοιο βαθμό που καθόριζε πλέον τις κοινωνικές συμπεριφορές, στάσεις, τη δομή των τάξεων και των κομμάτων.  Δηλαδή την κοινωνία ολόκληρη, και πρωταρχικά την τέχνη. Ήδη  η εξέγερση της τότε πρωτοπορίας από τις αρχές του 1850, και ιδίως από το 1873 και μετά με την αυτονόμηση του ιμπρεσιονισμού ήταν μια ριζική εξέγερση ενάντια στην νεοεμφανιζόμενη Κ.Δ.Ε., η οποία έτεινε να παγιωθεί χωρίς σοβαρές κοινωνικές-πολιτικές αντιστάσεις. Έτσι, διαμορφώθηκε η νέα ήδη απάνθρωπη κατάσταση του τότε καλπάζοντα καπιταλισμού.

Από τις αρχές του  ΧΧου η εμφάνιση του τεϋλορισμού και του φορντισμού στη συνέχεια επέτειναν την παγίωση αυτής της ήδη αποτρόπαιας κοινωνικής κατάστασης και την έκαναν μάλιστα σύστημα. Έκτοτε το κοινωνικό κίνημα πάλευε με όπλο στην Ιταλία κυρίως τα Εργατικά συμβούλια να ξεπεράσει τη διαίρεση αυτή, αλλά δεν κατόρθωσε πολλά πράγματα παρά την ιστορική ανάλυση – σύλληψη του  Γκράμσι για τον τεϋλορισμό, τον φορντισμό και βέβαια την ιδεολογία και την ηγεμονία. Η μοντέρνα τέχνη συνεχίζει μεν τον αγώνα στις νέες πιο άγριες συνθήκες του ΧΧου αι. σε Ρωσία, Ευρώπη και Αμερική χωρίς αμφιταλαντεύσεις, αλλά το σύστημα δεν καταλαβαίνει τίποτα από μοντέρνα τέχνη. Αντίθετα μάλιστα από ένα σημείο και μετά προσπαθεί να την ενσωματώσει. Και φθάνουμε στο 1947-8, που οι Χορκχάϊμερ – Αντόρνο γράφουν την ιστορική Διαλεκτική του λόγου3, χωρίς να μπορούν να την ολοκληρώσουν, με κομβικό το Κεφάλαιο για την βιομηχανία της κουλτούρας.

Οι Χορκχάϊμερ – Αντόρνο γνωρίζουν την Πολιτεία4 του Πλάτωνα, το έργο του Μαρξ καλά και το έργο τoυ νέου ακόμη  Freedmann, φίλου του Λεφέβρ, δρ. φιλοσοφίας, και ο οποίος ασχολείται συστηματικά με το θέμα της Κ.Δ.Ε., υπό την οπτική του αναγκαίου εξανθρωπισμού τουλάχιστον της εργασίας μέσα στον καπιταλισμό. Τα πρώτα κείμενά του έχουν προκαλέσει μεγάλη αίσθηση, και ακολουθούν και πολλά άλλα, προϊόν των ερευνών του στην Ecole de Hautes Etudes, που τότε είναι στην ακμή της, και στην οποία έχει διοριστεί Δ/ντής του νέου Εργαστηρίου της κοινωνιολογίας της εργασίας.

Οι Χορκχάϊμερ – Αντόρνο κάνουν πολλές αναφορές στην Κ.Δ.Ε. και σχεδόν σε όλα τα άλλα κείμενά τους, επισημαίνοντας πάντοτε τη σημασία του θέματος αυτού και της βαθύτερης και ουσιαστικής δομικής ίσως καλύτερα, σχέσης της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας στον μονοπωλιακό καπιταλισμό, που έχει πάρει ακόμη πιο απάνθρωπες μορφές, ιδίως με τη διαίρεση στο εργοστάσιο των εργατών σε 0S5 και σε ειδικούς εργάτες, με τους επιστάτες κ.α.

Όμως λείπει  μια συνθετική ανάλυση-προσέγγιση του όλου θέματος. Στη συνέχεια εμφανίζονται οι Γκορζ, Μαλέ και άλλοι κριτικοί κοινωνιολόγοι της εργασίας, που επισημαίνουν και αναδεικνύουν το όλο θέμα. Αλλά την λύση του όλου προβλήματος, τη μεγάλη σύνθεση που έλειπε την δίνει ο Μάης6 με την εξέγερση των ΟS στα μεγάλα εργοστάσια και όχι μόνο και μετά στο εργοστάσιο της ΛΙΠ. ΄Εκτοτε η κοινωνιολογία της εργασίας που αναπτύσσεται και έργα της εκδίδονται στη Γαλλία και την Ιταλία   δεν σταματά να αναλύει και να επισημαίνει τη σημασία του θέματος αυτού, αλλά χάνεται η οπτική της ολότητας της εργατικής τάξης. Μόνον ο Πουλαντζάς κρατάει αυτή την οπτική και επισημαίνει τη σημασία της ολικής συνειδητοποίησης της εργατικής τάξης, ειδικά όταν  απομακρύνθηκε από τον σκληρό αλτρουσερισμό. Όμως στη συνέχεια το κίνημα άρχισε να υποχωρεί, ο καπιταλισμός μέσω της συνεχούς δομικής αναδιάρθρωσης ν’αντεπιτίθεται και κυρίως μέσω της αποβιομηχάνισης που προωθεί συστηματικά στην Ευρώπη μεταφέρει όλη την παραγωγή στην Κίνα, το Μπαγκλαντές κ.α. Έτσι ξεχνιέται αυτή η συγκλονιστική απελευθερωτική προβληματική για την απελευθέρωση της σύγχρονης εργασίας, ενώ η απορρύθμιση που ανοίγει την πόρτα στην παγκοσμιοποίηση που θ’ακολουθήσει, αποτελειώνει και την όποια κοινωνική προβληματική.

Έτσι, το κίνημα βαδίζει από ήττα σε ήττα, ενώ ο θεσμοθετημένος πλέον ταξηφιλευθερισμός των Βρυξελλών εισάγει και επιβάλλει την πολιτική των δημοσιονομικών ψυχίων, μόνο και μόνο για επιβίωση των εργαζομένων, οι οποίοι χωρίς τις μεγάλες, τις ιστορικές απεργίες και κινητοποιήσεις τους, που έγιναν  στη συνέχεια του Μάη, μάλλον είχαν παραδώσει τα όπλα. Και η κατάσταση αυτή τείνει ν’αποκτήσει τραγικές διαστάσεις με την ανεξέλεγκτη σήμερα εισβολή της ΤΝ...

  

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Μετά την αυτοκτονία του Πουλαντζά η κριτική κοινωνιολογία ουσιαστικά παύει να υπάρχει.  Ενώ ο Πουλαντζάς ειδικά από όταν αυτονομήθηκε από τον Αλτουσέρ και γενικότερα τον Αλτουσερισμό ασχολούνταν συστηματικά και επισταμένα με τα θέματα που αναδείκνυε το διεθνές κίνημα από την Χιλή και την Αργεντινή, την Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ελλάδα, με κύρια αναφορά του πάντοτε την προσπάθεια διερεύνησης της δομής του συστήματος στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και πρώτιστα στη Γαλλία, την Αγγλία και την Ιταλία, μερικοί μαθητές του ενώ συνέχισαν την προσπάθεια, έχασαν το καθοδηγητικό νήμα. Κίνημα της νεολουκατσικής ολότητας που ήταν πάντα κύριο στην προσπάθειά του. Έτσι σιγά-σιγά η συστηματική κριτική διερεύνηση του συστήματος ατόνησε, ενώ διαδόθηκαν οι απολογητικές-εξωραϊστικές περιοδολογίες ακόλουθων και ακολουθηστών του Πουλαντζά, και όχι συνεχιστών.

Η κριτική κοινωνιολογία αντικαταστάθηκε έτσι προοδευτικά από την απολογητική του συστήματος, την αντικατάστασή της από την εξιδανικευτική αναπτυξιολογία, και γενικότερα από το ρητό ή υπόρρητο εξωραϊσμό του συστήματος. Η απομάγευση της κριτικής κοινωνιολογίας σε όλη αυτή την καταστροφική μεταλλακτική διαδικασία είναι σοκαριστική, όσο και απωθητική. Η πράξη με την έννοια του Γκράμσι, πρώτου συστηματικού κριτικού του τεϋλορισμού και του φορντισμού, και από τον οποίο είχε επηρεαστεί καθοριστικά και ο Πουλαντζάς, παραμένει όμως επίκαιρη, και στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε πλήρους κυριαρχίας του ταξηφιλευθερισμού επί των ερειπίων του νεώτερου – και όχι μόνον – κινήματος, μένει να ξαναανακαλυφθεί. Η αναπτυξιολογία χωρίς ουσιαστικό πλέον λόγο ύπαρξης, καθόσον ο ταξηφιλελευθερισμός οδεύει προς το τέλος του,  έρμαιος των εσωτερικών κυρίως αντιφάσεων και των ανυπέρβλητων αντινομιών του καλεί σε μια νέα κριτική θεωρητική ανασυγκρότηση, με επίκεντρο πάλι την πράξη. Την κριτική απελευθερωτική – χειραφετησιακή πράξη… Ως μια διαρκώς πλέον δομική εναντίωση – εναντιολογία.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. το πρώτο βιβλίο μας, Ιδεολογική κριτική και αισθητική (Praxis), στο οποίο δημοσιεύσαμε μια πληρέστερη και εκτεταμένη εκδοχή.

2. Μετάφραση – έκδοση Σκουριώτης.

3. Εκδ. Gallimard.

4. Εκδ. Το Βήμα, 4 τόμοι.

5. OS: Ouvriers specialisés: Ανειδίκευτοι εργάτες.

6. Βλ. μεταξύ άλλων, Α. Λεφέβρ, Mai 68. L’ irruption, Syllèpse, Α. Βέμπερ, Πρέπει να απαλλαγούμε από την κληρονομιά του Μάη του 68;, Ηλίβατον.

 


Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Κοινωνικό Εργαστήριο με θέμα: "Νέα Κριτική Θεωρία και Πράξη".

  Την Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου στο βιβλιοκαφέ Έναστρον πραγματοποιήθηκε με επιτυχία το Κοινωνικό Εργαστήριο του Καθ. Β. Φιοραβάντε με θέμα: "Νέα Κριτική Θεωρία και Πράξη". 








      Δύο θέσεις για την εγελιανή διαλεκτική

 (από τις πανεπιστημιακές παραδόσεις του Τέοντορ Αντόρνο:

    Εισαγωγή στη διαλεκτική) [1958][1]

                    

                       Σταθερή στόχευση του καθηγητή Β.Φιοραβάντε αποτελεί η σύλληψη της διαλεκτικής θεωρίας και πράξης. Στο παρόν κείμενο γίνεται ανασυγκρότηση δυο θέσεων του γερμανού φιλοσόφου Τέοντορ Αντόρνο για την εγελιανή διαλεκτική απ’ όπου ανακύπτει: κατά πρώτον ότι η μεταβολή του πράγματος (που συνιστά το πεδίο της πράξης) είναι εγγενής στη διαλεκτική και κατά δεύτερον: σε αυτή τη μεταβολή έγκειται η εγγενής ιστορικότητα της διαλεκτικής που αρθρώνεται στην δυναμική (και όχι στατική) ενότητα θεωρίας και πράξης. Η δυναμικότητα των περιεχομένων σημαίνει ότι αυτά είναι συνεχώς υπό άρσιν.

                       1. Στη διαλεκτική αρθρώνεται η αντιθετικότητα – μπορούμε κατ’ αρχήν να πούμε ότι η αντιθετικότητα επιτελείται ανάμεσα στη σκέψη και σε αυτό που δεν είναι σκέψη, «σε αυτό που μπορεί κατ’ αρχήν να αποκληθεί φύση». Η διαλεκτική διέπεται από τη διττότητα καθότι αποτελεί αφ’ενός μεν μέθοδο αφ’ ετέρου αποτελεί και τη δομή του ίδιου του πράγματος. Η αντιθετικότητα, λέει ο Αντόρνο, είναι το ζωτικό νεύρο της διαλεκτικής. Ακριβώς λόγω της διττότητας της διαλεκτικής, δηλαδή της σύλληψής της τόσο ως μεθόδου όσο και ως πράγματος, επιχειρείται με αυτήν να ξεπεραστεί η απλή αυθαιρεσία της μεθόδου και να εισέλθει στην έννοια αυτό που δεν είναι έννοια.[2] Ετσι το διαλεκτικό νοείν αποτελεί αντίφαση εν τοις όροις καθώς δεν είναι απλώς διανοητικό αλλά «αποτελεί ακριβώς το εγχείρημα αυτοπεριορισμού του νοείν από το πράγμα».[3]                       

Τι διαδραματίζεται λοιπόν μέσα στη διαλεκτική: διαδραματίζεται μια διαδικασία του νοείν αλλά είναι και κάτι που διαδραματίζεται μέσα στο ίδιο το πράγμα μέσα στην αναγκαία κίνηση των αντιφάσεών του.[4]

                                    Η εγελιανή θεώρηση θα αναδείξει ότι σε κάθε επιμέρους καθορισμό εμφανίζεται η μη ταυτότητα, δηλαδή εμφανίζεται ότι το νοείν και το αντικείμενό του δεν ταυτίζονται. Όμως η επιτομή όλων των προσδιορισμών είναι η επιτομή όλων των επιμέρους αντιφάσεων που αναπτύχθηκαν. «Αυτό σημαίνει ότι στο όλον που αξιώνει η φιλοσοφία του Χέγκελ οι αντιφάσεις είναι ταυτόχρονα ζώσες και ανηρημένες στο όλον».[5]

                       Αυτό εκφράζεται στην εγελιανή διατύπωση: το όλον είναι το αληθές.

                       Η έννοια αντιπαρατάσσεται σε σχέση με το πράγμα μέχρι να δειχτεί ότι ανάμεσα στην έννοια και στο νοούμενο πράγμα παράγεται, κατά την πρόοδο του νοείν, η αναγκαιότητα μεταβολής της έννοιας,  χωρίς να εγκαταλείπονται οι καθορισμοί που η έννοια είχε πρωταρχικά. Αυτή η μεταβολή επιτελείται μέσω της κριτικής στην αρχική έννοια και δείχνει ότι η πρωταρχική έννοια δεν συμφωνεί με το πράγμα – όμως δικαιώνεται η πρωταρχική έννοια όταν εν τέλει, μέσω της κριτικής, ωθείται και αναγκάζεται να συμπέσει   με το πράγμα. Η αλλαγή που εμπειράται η έννοια είναι αλλαγή του ίδιου του πράγματος. Η μεταβολή του πράγματος εμπίπτει στο πεδίο της πράξης.

 

                    2. Η κινητικότητα του ίδιου του πράγματος δεν έχει άλλο πεδίο να εκτυλιχτεί παρά μόνο την ιστορία. Ο Αντόρνο τονίζει, με βάση τον Χέγκελ πως: «ό,τι υπάρχει, ανάμεσα στον ουρανό και στη γή, πρέπει να συλλαμβάνεται ως κάτι που κινείται και ως κάτι που γίνεται. Εχει τεθεί ήδη στη διδασκαλία του Καντ, ότι ο χρόνος δεν είναι μόνο μια αναγκαία μορφή της εποπτείας μας αλλά ο χρόνος παρουσιάζει τον έσχατο έγκυρο προσδιορισμό της σύνδεσης των σκέψεών μας έτσι ώστε τίποτε δεν μπορεί να νοηθεί, αν δεν μπορεί να νοηθεί ως κάτι έγχρονο».[6]

                   Στη σύλληψη του Χέγκελ η προτεραιότητα της ιστορίας έναντι του Είναι αποτελεί τον δείκτη της αναγκαιότητας η οποία έχει υπερβεί τα παραδοσιακά πλαίσια του αμετάβλητου: η αναγκαιότητα δεν είναι αυτό που παραμένει ταυτόν• αντίθετα: μέσα στο αναγκαίο θα αναδειχθεί ότι το ταυτόσημο με τον εαυτό του καθίσταται ένα άλλο, ένα διαφέρον εαυτού, αυτό που αντιφάσκει τελικά με τον εαυτό του.

                 Μέσα από αυτήν την αναγκαιότητα συλλαμβάνεται ο χρονικός πυρήνας  της αλήθειας, καθότι καμμιά αλήθεια δεν μπορεί να αποσπαστεί, να χειραφετηθεί, όπως λέει ο Αντόρνο, από τον χρόνο, από τον χρονικό πυρήνα της. Δεν μπορεί να χειραφετηθεί από τους συγκεκριμένους όρους μέσα στους οποίους αναπτύσσεται, γιατί τότε, σε αυτήν την περίπτωση, λόγω αυτής της αφαιρετικότητας δεν θα είχε τη δύναμη να καταστεί πραγματικότητα – εν όψει της διαλεκτικής αρχής «τούτο αποτελεί κατ’ ουσίαν την απόδειξη για την αλήθεια μιας σκέψης εν γένει».

                    Η σκέψη καθίσταται πραγματικότητα: ο Αντόρνο κάνει λόγο για μια συνεχή αλληλεπίδραση θεωρίας και πράξης καθώς δεν υπάρχει μια γενική, στατική αλήθεια που μπορεί να υψώνεται πάνω από τους συγκεκριμένους όρους μέσα από τους οποίους ανέκυψε. Και σε αυτό το σημείο το διαλεκτικό νοείν είναι θεμελιωδώς διάφορο από το παραδοσιακό νοείν – δεν προηγείται ένα πραγματωμένο θεωρητικό σύστημα απ’ όπου συνάγει κανείς πρακτικές συνέπειες χωρίς να διαταράσσεται η θεωρία – αλλά αντίθετα: σε κάθε βαθμίδα αυτού του νοείν «πετάγονται σπινθήρες που αναφλέγονται αμοιβαία από τον ακραίο πόλο της θεωρητικής σκέψης στον ακραίο πόλο της πρακτικής στάσης».

                   Μόνο ως αμοιβαία ανάφλεξη και όχι ως μια ήρεμη συναγωγή συνεπειών συλλαμβάνεται στον χρονικό πυρήνα η ενότητα θεωρίας και πράξης – η αμοιβαία ανάφλεξη είναι δείκτης της συνεχώς υπό άρσιν κατάστασης.

                                                                              Ολγα Σταθάτου


[Αυτή η σύλληψη της διαλεκτικής συνέχεται με τη σύλληψη της ίδιας της έννοιας καθότι  στον Χέγκελ η έννοια έχει ακριβώς αυτή τη διττότητα: από τη μια πλευρά είναι η έννοια που αποδίδουμε στα πράγματα (δηλαδή η μεθοδική σύνοψη στιγμών) και από την άλλη πλευρά είναι η ζωή του ίδιου του πράγματος. Η έννοια στον Χέγκελ είναι η ίδια η διαλεκτική. Γι’ αυτό και η έννοια συλλαμβάνεται κατ’ αντίστροφη φορά προς την παραδοσιακή: η έννοια του πράγματος δεν είναι αυτό που αφαιρείται από το πράγμα αλλά αυτό που συγκροτεί την ουσία του πράγματος.]

 



[1] Theodor W. Adorno, Einführung in die Dialektik, Abteilung IV: Vorlesungen Band 2 der Nachgelassenen Schriften von Theodor W. Adorno, hg. von Th.W.Adorno Archiv. Suhrkamp Verlag, Berlin 2010.

Στο παρόν κείμενο παρατίθενται αποσπάσματα από την 1η και 2η πανεπιστημιακή παράδοση, σ. 9-27.                                                                                                                                         

[2] ο.π. σ. 11.

[3] ο.π. σ. 11.

[4] ο.π. σ.13.

[5] ο.π. σ.16.

[6] ο.π. σ. 20.



ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΤΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΝΕΑ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ

Ασπασία Μαστρογιάννη

Λίγα σχόλια στα αντίστοιχα άρθρα του κ. Φιοραβάντες.
Το έργο του Βασίλη Φιοραβάντες θέτει στο επίκεντρο έναν από τους πιο γόνιμους και έντονους διαλόγους της σύγχρονης κοινωνικής και πολιτικής φιλοσοφίας. Δηλαδή τη σύγκρουση και την αλληλεπίδραση της Νέας Κριτικής Θεωρίας με το πνεύμα του Μεταμοντερνισμού.
Ακολουθεί μια συστηματική τοποθέτηση των άρθρων ,χωρισμένα στους βασικούς θεματικούς άξονες πάνω στη μεθοδολογία και στη σημασία της οπτικής του συγγραφέα. Ο Φιοραβάντες επιχειρεί να αποτιμήσει πως ο μεταμοντερνισμός επηρέασε ,αποδόμησε αλλά και προκάλεσε την Κριτική θεωρία από την Σχολή της Φρανκφούρτης έως τις σύγχρονες εκδοχές της. Το μεταμοντέρνο εγχείρημα ,εστιάζει στην αμφισβήτηση των μεγάλων αφηγήσεων της καθολικής αλήθειας, της αντικειμενικότητας και της προοδευτικής ιδέας. Ενώ η κριτική θεωρία βλέπει στον μεταμοντερνισμό μια επικίνδυνη διολίσθηση στον σχετικισμό και τον μηδενισμό ο οποίος κινδυνεύει να αφαιρέσει από την κοινωνία τα εργαλεία για πραγματική χειραφέτηση και πολιτική δράση.
Στην μεταμοντέρνα σκέψη ,το υποκείμενο θεωρείτε κατακερματισμένο και υποταγμένο στις δομές τις εξουσίας-Foucault,Derrida. Ο Φιοραβάντες εδώ αναδεικνύει το παράδοξο. Αν δεν υπάρχει συνειδητό υποκείμενο ικανό για ορθολογική κρίση ,πως είναι δυνατή η κοινωνική αλλαγή. Η Νέα Κριτική Θεωρία επιμένει ότι η αποδόμηση των πάντων οδηγεί σε μια κατάσταση πολιτικής απαρίθμησης ,όπου η κριτική καταντά αισθητική παρατήρηση χωρίς πρακτικό αντίκρισμα.
Ο μεταμοντερνισμός ταυτίζει τον Δυτικό Ορθολογισμό με την κυριαρχία, την αποικιοκρατία και τον ολοκληρωτισμό, ενώ η Κριτική Θεωρία ειδικά μέσω του Habermas αναγνωρίζει τις διαστρεβλώσεις του εργαλειακού λόγου, αλλά αρνείται να πετάξει τον Ορθολογισμό στα σκουπίδια. Η λύση που προβάλλεται είναι ένας επικοινωνιακός και αναστοχαστικός λόγος, ο οποίος επιτρέπει τον δημοκρατικό διάλογο. Ο Φιοραβάντες τονίζει ότι η πλήρης απόρριψη του λόγου στερεί από τα προοδευτικά κινήματα το κοινό έδαφος συνεννόησης. Ένα από τα πιο δυνατά σημεία της ανάλυσης αφορά τη σχέση θεωρίας και κοινωνικής πραγματικότητας. Ο μεταμοντερνισμός , εστιάζοντας υπερβολικά στη γλώσσα , στο κείμενο και στα σημαινόμενα , συχνά ξεχνά τις υλικές συνθήκες ,την οικονομική εκμετάλευση και της κοινωνικές ανισότητες. Η Νέα Κριτική Θεωρία διεκδικεί την επιστροφή στην πράξη , η θεωρία οφείλει να είναι εργαλείο μετασχηματισμού της κοινωνίας και όχι ενα απλώς ακαδημαικό παιχνίδι
αποδόμησης.
Επομένως ,η κριτική του Β. Φιοραβάντες δεν συνιστά μια τυφλή απόρριψη του μεταμοντερνισμού , αλλά μια σύνθεση. Αναγνωρίζει τα χρήσιμα εργαλεία που προσφέρει η μεταμοντέρνα οπτική στην αποκάλυψη των αυταρχικών δομών, αλλά υπογραμίζει την ανάγκη η κριτική θεωρία να διατηρήσει τον χειραφετικό ορθολογικό της χαρακτήρα. Αν η κριτική χάσει την δυνατότητα της να προτείνει εναλλακτικές λύσεις για το μέλλον , μετατρέπεται τότε σε μια παθητική αποδοχή της υπάρχουσας τάξης
πραγμάτων.





Η οργάνωση ενός Κοινωνικού Εργαστηρίου, με την ουσιαστική έννοια των όρων, με θέμα "ΝΕΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ" από τον διακεκριμένο καθηγητή της αισθητικής φιλοσοφίας της τέχνης Βασίλη Φιοραβάντε είναι μια σημαντική, πνευματική, διαλεκτική και απαραίτητη πρωτοβουλία. Παράλληλα με τον συνεχή εμπλουτισμό του σχετικού επιστημονικού blog προάγει θέσεις, απόψεις, προσεγγίσεις, κύρια του μοντερνισμού και των παρεπόμενων θεμάτων που πηγάζουν και απαιτούν βαθιά ανάλυση. 
Η πολυετής συνεργασία μου με τον Φιοραβάντε και το επιτελείο του σε συνέδρια, εκδόσεις, βιβλιοπαρουσιάσεις και στρογγυλά τραπέζια υπήρξε πολλαπλά ευδόκιμη. Εύχομαι καλή δημιουργική συνέχεια.
ΚΩΣΤΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ
Ζωγράφος, Λογοτέχνης, Θεωρητικός της τέχνης, Εικαστικός performer.